Έστρεψα τη ματιά μου προς την πόρτα και μέσα από τους ατμούς που είχαν πλημμυρίσει το μπάνιο είδα το κεφάλι του Ανδρέα να ξεπροβάλλει.
«Με συγχωρείς που μπήκα έτσι! Είσαι καλά;» με ρώτησε με ενδιαφέρον.
«Ναι, γιατί;» ρώτησα κι εγώ με τη σειρά μου.
«Γιατί σου φώναζα και δεν απαντούσες!» μου είπε.
«Φαίνεται ότι είχα χαλαρώσει αρκετά! Τι τρέχει;» ρώτησα με απορία.
«Μέχρι να τελειώσεις, θα κατέβω για λίγο κάτω να τηλεφωνήσω στους δικούς μου. Θα πάρω και το κλειδί για να μη σε ενοχλήσω! Εντάξει;»
«Εντάξει!»
«Με την ησυχία σου!» πρόσθεσε και έκλεισε την πόρτα πίσω του.
Βυθίστηκα για άλλη μια φορά στις σκέψεις μου. Τι είχε συμβεί τους τελευταίους τέσσερις μήνες της ζωής μου, πού ήμουν και πού βρέθηκα, τη γνωριμία μου με το Γιάννη, πόσο μακριά ήταν ο ένας από τον άλλο, πότε και αν θα κατάφερνα να τον ξαναδώ, αν ήταν καλά ή υπέφερε όπως κι εγώ!
Δεν ξέρω πόση ώρα είχε περάσει από τη στιγμή που είχα μπει στη μπανιέρα, όμως το νερό είχε αρχίσει να κρυώνει κι εγώ να μουλιάζω. Όταν βγήκα από το μπάνιο, ο Ανδρέας είχε ήδη επιστρέψει και χάζευε κάτι στην τηλεόραση, περιμένοντας στωικά.
Μπήκε με τη σειρά του στο μπάνιο, ξάπλωσα στο κρεβάτι και σχεδόν αμέσως αποκοιμήθηκα.
Ξύπνησα μερικές ώρες αργότερα και τον είδα να κοιμάται στο διπλανό κρεβάτι. Κοίταξα το ρολόι μου και είδα ότι πλησίαζε δυο η ώρα. Πετάχτηκα όρθιος, ντύθηκα, άφησα ένα σημείωμα στον Ανδρέα για να μην ανησυχήσει σε περίπτωση που ξυπνούσε και βγήκα αθόρυβα για να πάω κι εγώ να τηλεφωνήσω στους δικούς μου.
Πόσες φορές δεν έτυχε την τελευταία στιγμή ν’ αλλάξουμε γνώμη για κάτι που είχαμε αποφασίσει να κάνουμε; Και πόσες φορές αγνοώντας τα σημάδια ή το ένστικτό μας, μετανιώσαμε που δεν τ’ ακούσαμε;
Είχα μιλήσει με τους δικούς μου στο τηλέφωνο, τους είχα διαβεβαιώσει ότι ήμουν καλά, ρώτησα νέα για συγγενείς και φίλους (ελπίζοντας ότι μπορεί να είχε τηλεφωνήσει ο Γιάννης), στο τέλος αντάλλαξα ευχές για Καλό Πάσχα και έκλεισα το τηλέφωνο.
Ήμουν έτοιμος να τηλεφωνήσω στο σπίτι του Γιάννη, όπως το είχα αποφασίσει από την αρχή. Έλπιζα ότι θα είχε πάρει άδεια και θα βρισκόταν με τους δικούς του, ωστόσο ακόμη κι αν δεν είχε συμβεί αυτό, τουλάχιστον θα μάθαινα νέα του. Την τελευταία στιγμή όμως κι ενώ ετοιμαζόμουν να σχηματίσω το νούμερο, ακούμπησα το ακουστικό πάνω στη συσκευή. Για κλάσματα του δευτερολέπτου ένοιωσα ένα μούδιασμα στα χέρια, σαν κάτι να με εμπόδιζε να συνεχίσω. Πέρασε από το μυαλό μου ότι ίσως να μην ήταν καλή ιδέα, ότι μπορεί και να μην μάθαινα τίποτα, ότι αφού κι αυτός δεν είχε τηλεφωνήσει στο σπίτι μου για να μάθει νέα μου, ίσως κι εγώ να μην έπρεπε να κάνω το ίδιο.
Πλήρωσα το τηλεφώνημα που είχα κάνει, πήρα από μια σοκολάτα για μένα και τον Ανδρέα και απομακρύνθηκα από το περίπτερο. Δεν είχα κάνει παρά λίγα βήματα όταν έκανα μεταβολή και πλησίασα πάλι στη συσκευή του τηλεφώνου με αποφασιστικότητα.
Απάντησε η μητέρα του. Της εξήγησα ποιος ήμουν, με ρώτησε αν ήμουν καλά, πού βρισκόμουν, πώς τα περνούσα και με τη σειρά μου ρώτησα για τον Γιάννη.
«Δυστυχώς δεν κατάφερε να πάρει άδεια!» μου είπε στεναχωρημένη.
«Πώς τα περνάει; Είναι καλά;» ρώτησα με ενδιαφέρον.
«Λέει πως είναι καλά, αν και τον έχουν τρελάνει στις αγγαρείες και στις σκοπιές!» μου απάντησε και αμέσως συμπλήρωσε. «Εγώ όμως κάθε φορά τον ακούω στεναχωρημένο.»
«Όταν του λείπουν αυτοί που αγαπάει… λογικό είναι!» είπα για να την παρηγορήσω και να παρηγορήσω και τον εαυτό μου.
«Γι αυτό και σκεφτήκαμε, επειδή δεν μπορούσαμε να πάμε εμείς, να πάει η Καίτη με την Άννα. Πριν λίγο έφυγαν. Να κάνουν Πάσχα μαζί.» απάντησε από την άλλη μεριά της γραμμής, απογοητευμένη που δεν θα μπορούσε να βρίσκεται κι εκείνη μαζί του.
«Η Καίτη με την Άννα;» ρώτησα με απορία.
«Ναι, η αδελφή του με την αρραβωνιαστικιά του! Δεν σου έχει μιλήσει ποτέ;»
Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα τι σήμαινε η έκφραση «ένοιωσα τη γη να χάνεται κάτω από τα πόδια μου». Δεν ήξερα τι να πω! Στο άκουσμα της λέξης «αρραβωνιαστικιά» τα έχασα, ένοιωσα να πνίγομαι, η φωνή μου δεν έβγαινε, όλος ο κόσμος γύρναγε γύρω μου.
«Δεν μου είχε πει ότι ήταν αρραβωνιασμένος!» είπα σχεδόν τραυλίζοντας.
«Εντάξει, δεν είναι αρραβωνιασμένοι, θα ‘λεγα καλύτερα λογοδοσμένοι. Αλλά μετά το απολυτήριο σκέφτονται να παντρευτούν!» μου είπε, με τη φωνή της να ακούγεται χαρούμενη αυτή τη φορά!
Ψέλλισα ένα «Η ώρα η καλή!» που μου φάνηκε το πιο γελοίο πράγμα που ξεστόμισα μέχρι εκείνη τη στιγμή, της ευχήθηκα Καλό Πάσχα, της είπα να διαβιβάσει τις ευχές μου στο Γιάννη όταν θα μιλούσε μαζί του και έκλεισα βιαστικά το τηλέφωνο γιατί ήμουν έτοιμος να καταρρεύσω.
Στ’ αυτιά μου ηχούσαν συνεχώς οι φράσεις της μητέρας του “με την αρραβωνιαστικιά του”, “ετοιμάζονται να παντρευτούν”, “δεν σου έχει μιλήσει ποτέ;” μπερδεμένες με τα “σ’ αγαπώ!” του, τα “θέλω να σε φιλήσω!”, τα “θέλω να σε πάρω στην αγκαλιά μου!” και δεν ήξερα τι να πιστέψω.
Επέστρεψα στο ξενοδοχείο, χωρίς να καταλάβω πώς. Μπήκα μέσα και βρήκα τον Ανδρέα ξαπλωμένο ακόμα στο κρεβάτι αλλά ξύπνιο να παρακολουθεί τηλεόραση.
«Τι έχεις;» με ρώτησε μόλις με είδε.
«Τίποτα!» του είπα ψέματα.
«Έγινε κάτι;» ρώτησε με ενδιαφέρον.
«Όχι!» του απάντησα και πρόσεξα ότι το πρόσωπό του πήρε μια έκφραση απορίας.
Δεν συνέχισε, ίσως γιατί θυμήθηκε ότι πριν από λίγο καιρό του είχα πει πως ήμουν κυκλοθυμικός και ότι συχνά κλείνομαι στον εαυτό μου.
Έβγαλα τη σοκολάτα από την τσέπη μου και του την έδωσα, χωρίς να του πω τίποτα!
«Ευχαριστώ!» μου απάντησε συγκρατημένα και με παρακολουθούσε καθώς έπεφτα στο κρεβάτι μου λες και δεν είχα καθόλου ζωή μέσα μου.
Υποκρινόμαστε απέναντι σε αυτούς που έχουμε γύρω μας, υποκινούμενοι από την ιδιοτέλεια και τον εγωισμό για να πετύχουμε το στόχο μας, χωρίς να σκεφτούμε τα αρνητικά και συχνά ολέθρια αποτελέσματα αυτής μας της πράξης. Το περίεργο ωστόσο είναι ότι υπάρχουν φορές που τα ελατήρια της υποκρισίας μας είναι τα ακριβώς αντίθετα από τα παραπάνω και τα αποτελέσματα κάθε άλλο παρά ολέθρια μπορούν να χαρακτηριστούν.
Ο Ανδρέας δεν μου έφταιγε σε τίποτα, τον είχα παρασύρει να έρθει μαζί μου για να περάσει μερικές ώρες μακριά από εκείνη την κόλαση στην οποία ζούσαμε όλοι μας τους τελευταίους δυο περίπου μήνες και θα ήταν άδικο να του χαλάσω αυτές τις λίγες στιγμές.
«Λοιπόν; Εδώ θα τη βγάλουμε;» ρώτησα λες και δεν έτρεχε τίποτα!
«Είσαι καλά;» είπε απορημένος με την αλλαγή της στάσης μου.
«Άντε! Πάμε να κάνουμε μια βόλτα και να φάμε. Πείνασα!» είπα επιτακτικά και πετάχτηκα όρθιος.
Σηκώθηκε κι ο ίδιος έχοντας τα λίγο χαμένα κι ετοιμάστηκε σε λίγα λεπτά.
Κάναμε μια μικρή βόλτα στην παλιά πόλη των Χανίων, σταματήσαμε σε ένα εστιατόριο να φάμε και συνεχίσαμε τη βόλτα μας.
«Να σε ρωτήσω κάτι;» μου είπε διστακτικά κάποια στιγμή.
«Σ’ ακούω!» του απάντησα μαντεύοντας ποια θα ήταν η ερώτησή του.
«Όταν επέστρεψες από το τηλεφώνημα, φαινόσουν χάλια. Μετά από λίγο ήσουν μια χαρά. Νομίζω ότι είναι λίγο τρελό όλο αυτό!»
«Με έριξε λίγο το τηλεφώνημα. Χρονιάρες μέρες θα ‘θελα να ήμουν με τους δικούς μου κι όχι ανάμεσα σε αγνώστους μακριά τους. Στην πορεία το σκέφτηκα καλύτερα. Αν δεν μπορείς να το αποφύγεις, απόλαυσέ το! Έτσι δεν λένε;»
«Για άλλη περίπτωση το λένε αυτό, αλλά ταιριάζει και σ’ αυτήν!» είπε γελώντας.
Περάσαμε έξω από ένα καφενείο. Μέσα ορισμένοι μεσήλικες έπιναν τσικουδιές και χόρευαν κρητικούς χορούς. Μερικοί βρακοφόροι, μεγαλύτεροι στην ηλικία από τους υπόλοιπους, τραγουδούσαν μαντινάδες εισπράττοντας τις επευφημίες των υπολοίπων. Σταθήκαμε για λίγο και χαζέψαμε το θέαμα που για πρώτη φορά βλέπαμε ζωντανά κι οι δυο μας. Και τότε ένας παππούς μας έκανε νόημα να μπούμε μέσα. Καθίσαμε σε ένα τραπεζάκι κάπως απόμερα και σε λίγα λεπτά δυο ποτήρια τσικουδιά και ένα μπολ με φιστίκια βρισκόταν μπροστά μας.
Το αποτέλεσμα ήταν να φύγουμε μετά από μια περίπου ώρα, σε κατάσταση ελαφράς μέθης κι εγώ να έχω βγάλει προσωρινά από τη σκέψη μου το Γιάννη κι όσα είχα ακούσει από τη μητέρα του.
Φτάσαμε στο ξενοδοχείο με τα χίλια ζόρια και πέσαμε για ύπνο για να ξυπνήσουμε λίγο πριν την Ανάσταση. Ντυθήκαμε βιαστικά και κατευθυνθήκαμε γρήγορα σε μια κοντινή εκκλησία.
Την επόμενη μέρα, Κυριακή του Πάσχα, όσοι δεν είχαμε έξοδο τη γιορτάσαμε στο Ναύσταθμο της Κρήτης. Χωρίς να συμβεί τίποτα το ιδιαίτερο περάσαμε τη μέρα μας ήσυχα, απολαμβάνοντας τις λίγες στιγμές ηρεμίας που μας προσφέρονταν λόγω των Άγιων ημερών. Κι εγώ προσπαθώντας, όσο αυτό ήταν εφικτό, να απομονωθώ από το υπόλοιπο πλήρωμα, βυθίστηκα για άλλη μια φορά στις σκέψεις μου. Ο Ανδρέας δε με αναζήτησε όλη μέρα, παρά μόνο την ώρα του φαγητού. Το απόγευμα όμως με βρήκε μόνο μου στο επίστεγο (πρύμνη) και ήρθε και κάθισε δίπλα μου.
«Θέλεις παρέα;» ρώτησε διστακτικά.
«Γιατί όχι;» του απάντησα χαμογελώντας.
«Γιατί όλη μέρα είσαι σιωπηλός και αποφεύγεις τους πάντες!» μου είπε.
«Κάθισε!» του είπα δείχνοντας την μπίντα (δέστρα) δίπλα μου.
Κάθισε και έπεσε για λίγο σιωπή.
«Για πες;» ρώτησε.
«…» ανασήκωσα του ώμους σαν να δήλωνα ότι δεν είχα τίποτα να πω.
«Καλύτερα να σε αφήσω στην ησυχία σου!» απάντησε στη σιωπή μου και έκανε να σηκωθεί.
«Όχι, μη φεύγεις. Κάθισε!» και αμέσως συμπλήρωσα «Νόμιζα ότι εσύ είχες κάτι να μου πεις!»
«Δεν ήθελα να σου πω κάτι! Απλά σε είδα να κάθεσαι μόνος σου και είπα μήπως ήθελες λίγη παρέα.»
«Καλά έκανες!»
Έπεσε πάλι σιωπή.
«Τι έχεις;» με ρώτησε αμήχανα μετά από λίγο.
«Τίποτα!»
«Πώς τίποτα! Εχθές κάποια στιγμή ήσουν χάλια, μετά που βγήκαμε φαινόσουν μια χαρά, αλλά κάτι σαν να σε απασχολούσε. Σήμερα όλη μέρα είναι ζήτημα αν έχεις ανταλλάξει δυο κουβέντες με κάποιον, εκτός από ευχές. Και είσαι συνεχώς μόνος σου!»
«Με έριξε λίγο που είμαι μακριά από τους δικούς μου!»
«Δεν είσαι ο μόνος εδώ μέσα! Όμως κοίταξε και τους άλλους, δεν κάνουν έτσι!»
Γύρισα και τον κοίταξα και μετά κατέβασα το βλέμμα μου προς τα κάτω.
«Μπορεί να έχεις δίκιο!» του είπα.
«Δεν θέλεις να μιλήσεις γι αυτό;» με ρώτησε με ενδιαφέρον.
«Καλύτερα όχι!»
«Δεν με εμπιστεύεσαι;»
«Δεν είναι αυτό… είναι που για κάποια πράγματα μιλάς δύσκολα στους άλλους!»
Δεν επέμεινε περισσότερο.
«Τι θα κάνεις αύριο;» συνέχισε με το ίδιο μοτίβο των ερωτήσεων.
«Σκοπεύω να εκμεταλλευτώ την τελευταία ευκαιρία που μου δίνεται να ξεφύγω για λίγο από εδώ μέσα!»
«Θα διανυκτερεύσεις;»
«Φυσικά! Θα έρθεις κι εσύ!»
«Ξέρεις… δεν νομίζω ότι είναι σωστό!»
«Ας μην επαναλαμβανόμαστε! Τα είπαμε και χθες αυτά! Εκτός κι αν δε θέλεις!»
«Δεν είναι αυτό! Αλλά μήπως θέλεις πραγματικά να μείνεις μόνος σου και σου φορτώνομαι κι εγώ;»
Κατέβασα για άλλη μια φορά το βλέμμα προς τα κάτω. Είχε δίκιο! Έλεγε πολύ κομψά ότι του χάλασα τη μέρα με τη στάση μου.
«Μην είσαι χαζός! Αύριο που θα είμαστε ξεκούραστοι θα το ρίξουμε έξω! Εντάξει;»
«Εντάξει!» απάντησε, αλλά τον έβλεπα πολύ επιφυλακτικό.
Μείναμε για λίγο στο επίστεγο μέχρι που άρχισε να σβήνει η μέρα. Ακριβώς από κάτω μας βρισκόταν η τραπεζαρία του πλοίου όπου είχαν μαζευτεί οι περισσότεροι από το πλήρωμα και γλεντούσαν.
«Πάμε κι εμείς κάτω!» του είπα και εκείνη τη στιγμή πήρα την απόφαση ότι δεν άξιζε πλέον να απασχολεί τη σκέψη μου ο Γιάννης. Στο κάτω – κάτω δεν ήταν η πρώτη φορά. Είχα μάθει πια! Άλλωστε κι εγώ είχα φερθεί ανάλογα σε κάποια φάση της ζωής μου. Βέβαια δεν είχα ούτε υποκριθεί ούτε υποσχεθεί ποτέ σε κανέναν τίποτα. Με πόνεσε αυτό που έμαθα και κυρίως ο τρόπος που το έμαθα, όμως καλύτερα που το έμαθα νωρίς. Αργότερα μπορεί να ήταν χειρότερα τα πράγματα…
Στις δέκα η ώρα το πρωί της Δευτέρας του Πάσχα βγαίναμε παρέα με τον Ανδρέα από την πύλη του Ναυστάθμου Κρήτης. Μας έμενε μια ολόκληρη ημέρα για να ξεφύγουμε από τον καθημερινό μας εφιάλτη. Από την επόμενη - και ποιος ξέρει για πόσο - θα ζούσαμε ξανά την ίδια φρίκη.
Έκανε ο καθένας το μπάνιο του, φορέσαμε καθαρά ρούχα και βγήκαμε στην πόλη για μια βόλτα. Ο καιρός ευχάριστος, ο κόσμος στους δρόμους λιγοστός κι εμάς τα βήματά μας, μας έφεραν στο φάρο, στην μπούκα του παλιού λιμανιού. Καθίσαμε για λίγο εκεί, ανάψαμε από ένα τσιγάρο και χαζεύαμε αμίλητοι τη θάλασσα.
«Έχεις σκεφτεί πού έχουμε μπλέξει;» με ρώτησε σπάζοντας τη σιωπή.
«Τι εννοείς;» ρώτησα κι εγώ με τη σειρά μου.
«Όλα αυτά που ζούμε μοιάζουν με ένα άσχημο όνειρο!»
Χαμογέλασα γιατί εγώ το ζούσα διπλό αυτό το άσχημο όνειρο.
«Όπως το είπες!» του απάντησα. «Κάποια στιγμή όμως κι αυτά τελειώνουν!»
«Μακάρι να τελειώσει γρήγορα, γιατί δε βλέπω να αντέχω για πολύ» είπε με παράπονο.
«Δεν θέλω να ακούω ανοησίες!» αποκρίθηκα με αυστηρό τόνο και του έκανα νόημα να σηκωθεί για να συνεχίσουμε τον περίπατό μας.
Στη διαδρομή βρήκαμε μια μικρή ταβέρνα ανοιχτή, καθίσαμε να φάμε και δεδομένου ότι το ‘‘απαιτούσε η μέρα’’, όπως δήλωσε ο Ανδρέας, ήπιαμε και λίγο κρασί παραπάνω. Το κακό ήταν ότι, επειδή δεν πολυπίνω, το κρασί είχε αρχίσει να με ζαλίζει, το καλό ήταν ότι απομάκρυνε όλα τα αρνητικά που κλωθογύριζαν στη σκέψη μου.
Επιστρέψαμε στο ξενοδοχείο ελαφρώς ζαλισμένοι και πέσαμε κατευθείαν για ύπνο. Ξύπνησα όταν είχε αρχίσει πλέον να σβήνει η μέρα. Στράφηκα προς το μέρος του Ανδρέα και τον είδα γυρισμένο προς την πλευρά μου, με τα μάτια του ανοιχτά να με παρακολουθεί.
«Μάλλον παρακοιμήθηκα!» του είπα γελώντας και τον ρώτησα: «Είσαι ώρα ξύπνιος;»
«Αρκετή!» μου απάντησε.
«Και γιατί δεν με ξύπνησες;»
«Φαίνεται ότι το είχες ανάγκη!»
«Άντε, σήκω να πάμε για καφέ!» του είπα επιτακτικά, νομίζοντας ότι αυτό ήθελε.
«Για να πω την αλήθεια, βαριέμαι να σηκωθώ!» αποκρίθηκε και αναδεύτηκε κάτω από τα σκεπάσματα παίρνοντας την εμβρυακή στάση, σαν να ήθελε να χουχουλιάσει.
Σήκωσα το τηλέφωνο του δωματίου και ζήτησα να φέρουν δυο καφέδες στο δωμάτιό μας, μαζί με δυο κομμάτια καρυδόπιτα με σιρόπι σοκολάτας που είχα προσέξει κάποια στιγμή που πέρασα τυχαία από την τραπεζαρία του ξενοδοχείου.
Μόλις που είχα ακουμπήσει το ακουστικό στη συσκευή όταν τον άκουσα να λέει:
«Να σου εξομολογηθώ κάτι;»
«Εξομολογήσου, αν και δεν είμαι παπάς!»
«Με φροντίζεις λες και είμαι ο καλύτερος φίλος σου… σαν να είμαι αδελφός σου… κι όμως μόλις που με ξέρεις!»
«Κάποτε με φρόντισες εσύ κι ας μη με ήξερες καθόλου!»
«Γι αυτό το κάνεις; Για να βγάλεις την υποχρέωση;»
«Λες βλακείες» του απάντησα και του πέταξα το μαξιλάρι.
Και τότε άρχισε ένας μαξιλαροπόλεμος άνευ προηγουμένου που τον διέκοψε το χτύπημα της πόρτας. Είχαν έρθει οι καφέδες!
Ποιος ξέρει τι θα σκέφτηκε η κοπέλα που άκουγε όσο στεκόταν πίσω από την πόρτα τις φωνές μας και είδε πρώτα εμένα να της ανοίγω αναψοκοκκινισμένος φορώντας μόνο το παντελόνι μου και ύστερα τον Ανδρέα ξαπλωμένο στο κρεβάτι σκεπασμένο μέχρι το λαιμό κάτω από το σεντόνι. Όμως η σκέψη αυτή δεν πέρασε μόνο από το δικό μου μυαλό.
Αφού άφησε το δίσκο με τους καφέδες και βγήκε μου είπε προβληματισμένος ο Ανδρέας:
«Λες να της μπήκαν τίποτα περίεργες σκέψεις;»
«Σαν τι δηλαδή;»
«Να… ξέρω ‘γω… έτσι όπως μας βρήκε. Εσύ γυμνός από τη μέση και πάνω, εγώ κάτω από τα σκεπάσματα… φωνάζαμε κιόλας…»
«Χέστηκα για το τι θα σκεφτεί η κοπέλα!» απάντησα ορθά κοφτά και συνέχισα: «Λοιπόν θα σηκωθείς ή να σου φέρω εκεί τον καφέ σου;»
«Μην μπαίνεις στον κόπο!» είπε και έκανε να σηκωθεί.
«Καλά, καλά! Κάτσε εκεί που είσαι!» του είπα και αφού πλησίασα στο κομοδίνο του, έκανα πρώτα χώρο και μετά ακούμπησα τον καφέ και το γλυκό του.
«Ότι και να πω είναι λίγο! Σ’ ευχαριστώ!»
«Να φας το γλυκό σου και να μην πεις τίποτα!» του απάντησα.
«Είσαι λίγο περίεργος, το ξέρεις;» ξανάρχισε τις ερωτήσεις ενώ απολάμβανε το γλυκό του.
«Γιατί το λες αυτό;»
«Τη μια στιγμή είσαι απόμακρος και την άλλη σε νοιώθω κοντά μου… σαν φίλο. Κι άλλες φορές είσαι αυστηρός κι όμως έχω την αίσθηση ότι αυτό είναι… πώς να το πω… σαν μια μάσκα που τη φοράς για να μην αφήσεις τον άλλο να δει τι κρύβεται από κάτω.»
«Κάποιοι έχουν αυτό τον τρόπο για να αντιμετωπίσουν όσα τους συμβαίνουν.»
«Δεν είναι λίγο άδικο γι αυτούς που βρίσκονται γύρω τους;» συνέχισε να ρωτάει και με τρέλαινε γιατί όσα έλεγε ήταν σωστά κι εγώ δεν είχα κανένα επιχείρημα για να τον αντικρούσω.
«Μπορεί δεν ξέρω…» του απάντησα.
«Θα μου πεις τι σου συμβαίνει;»
«Τίποτα δε μου συμβαίνει! Απλά με έχει χαλάσει αυτή η κωλοκατάσταση με το στρατό!»
«Μα εσύ δεν ήσουν έτσι πριν λίγο καιρό. Από προχθές όμως κάτι σε απασχολεί!» επέμεινε.
«Δε μου λες, είσαι ψυχολόγος;» ρώτησα αστειευόμενος.
«Μακάρι να ήμουν!» είπε αναστενάζοντας.
«Ποτέ δεν είναι αργά! Αν θέλεις και προσπαθήσεις μπορείς να τα καταφέρεις!» είπα προσπαθώντας να αλλάξω θέμα συζήτησης.
«Ίσως… όμως συγνώμη που συνεχίζω να επιμένω… σου συμβαίνει όντως κάτι;»
«Δεν θα ήθελα να μιλήσω γι αυτό… ίσως κάποια άλλη στιγμή!» είπα με ύφος που σήμαινε ότι δεν είχα όρεξη να συνεχιστεί αυτό.
«Συγνώμη!» είπε και άλλαξε αμέσως η έκφραση του προσώπου του, πιστεύοντας ότι υπερέβη τα εσκαμμένα.
«Τη μια θέλεις να μου εξομολογηθείς κάτι, την άλλη μου ζητάς συγνώμη. Σε λίγο θα αρχίσω να αισθάνομαι σαν παπάς» είπα και του πέταξα για άλλη μια φορά το μαξιλάρι μου.
Όμως αυτή τη φορά δεν το ανταπόδωσε. Πήρε το μαξιλάρι μου αγκαλιά και ακούμπησε το μέτωπό του επάνω του, σαν παιδί που συνειδητοποιούσε ότι είχε κάνει κάτι που δεν έπρεπε.
Δεν μπορούσα να τον βλέπω έτσι, στο κάτω – κάτω ήταν καλοπροαίρετος.
Σηκώθηκα από το κρεβάτι μου και πήγα στο δικό του.
«Έλα μην κάνεις έτσι!» του είπα προσπαθώντας να αποσπάσω το μαξιλάρι από την αγκαλιά του.
«Πάντα κάνω το ίδιο λάθος με τους ανθρώπους!» είπε και ήταν έτοιμος να βάλει τα κλάματα.
«Εγώ λέω ότι το κάνεις από ενδιαφέρον για τον άλλον.»
«Το πιστεύεις αυτό;» ρώτησε με αγωνία.
«Φυσικά!» είπα και του χαμογέλασα.
Για λίγο δεν μίλησε κανένας μας, ύστερα τον ρώτησα γελώντας: «Θα μου δώσεις τώρα το μαξιλάρι μου;»
«Έλα να το πάρεις!» μου είπε και πήδηξε από το κρεβάτι του όπου βρισκόμασταν και οι δυο στο δικό μου. Πήδηξα κι εγώ με τη σειρά μου και έπεσα επάνω του. Όμως πρόλαβε και γύρισε μπρούμυτα και πέρασε το μαξιλάρι από κάτω του. Αρχίσαμε να παλεύουμε για εκείνο το μαξιλάρι που ο Ανδρέας το κρατούσε με απίστευτη δύναμη κι εγώ προσπαθούσα να του το αποσπάσω πάση θυσία. Κάποια στιγμή κατάφερα να τον γυρίσω και να του το πάρω, όμως έπεσε αυτός με τη σειρά του επάνω μου προσπαθώντας να το πάρει πίσω.
Και πολύ γρήγορα αντιλήφθηκα ότι για τον Ανδρέα όλο αυτό είχε μετατραπεί σε ερωτικό παιχνίδι.
Διότι μπορεί κάποια πράγματα να τα κρύβουμε, όμως κάποια άλλα, ειδικά όταν φοράς μόνο το εσώρουχό σου και είσαι άνδρας, δεν μπορούν να κρυφτούν, αλλά διαγράφονται σε όλο τους το μεγαλείο.
Είχα βρεθεί από πάνω του με το κεφάλι μου να απέχει από το δικό του λίγα
εκατοστά και είχε χαλαρώσει τις αντιστάσεις του, σαν να δήλωνε ότι υποχωρούσε κατά κράτος.
«Είσαι καλά;» τον ρώτησα ψιθυριστά.
Και τότε έφερε το ένα χέρι του πίσω από το κεφάλι μου, το τράβηξε προς το δικό του και κόλλησε τα χείλη του στα δικά μου...
Συνεχίζεται...