Κυριακή, 19 Ιουλίου 2009

Ο κος Κουτσομπόλης

Στο από κάτω από το δικό μου διαμέρισμα ζει ο κος Κουτσομπόλης με την σύζυγό του.

Ο κος Κουτσομπόλης είναι ο χειρότερος τύπος κουτσομπόλη που έχω συναντήσει στη ζωή μου. Συνταξιούχος αστυνομικός εδώ και κάμποσα χρόνια, πρέπει να του έχει κολλήσει το βίτσιο και λόγω επαγγέλματος. Από τις αρχές Μαΐου που ζεσταίνει ο καιρός μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου τη βγάζει στο μπαλκόνι του διαμερίσματός του σχεδόν όλη τη μέρα παρακολουθώντας τους πάντες και τα πάντα. Το χειμώνα που τα πράγματα δυσκολεύουν λόγω κρύου, κάθεται πίσω από την μπαλκονόπορτα, έχει επί μονίμου βάσεως τραβηγμένες τις κουρτίνες και κόβει κίνηση όσο του επιτρέπει το φως της ημέρας.

Ο κος Κουτσομπόλης είναι αντιπαθής σε όλους τους ενοίκους της πολυκατοικίας εν αντιθέσει με τη γυναίκα του, μια πολύ συμπαθητική κυρία, διακριτική και καλοσυνάτη με όλους η οποία πολλές φορές του «τα χώνει» γι αυτή του την συνήθεια.

Ο κος Κουτσομπόλης πολλές φορές με βγάζει εκτός εαυτού, παρόλο που σε γενικές γραμμές έχω απίστευτα αποθέματα υπομονής.

Για παράδειγμα την προηγούμενη εβδομάδα αφού ξεφόρτωσα και την τελευταία σακούλα του super market από το αυτοκίνητο, ακούω τη φωνή του από επάνω να λέει:

«Ψώνια, κύριε Turi

«Όπως όλος ο κόσμος…» απάντησα, καθώς φορτωνόμουν και στα δυο μου χέρια τις σακούλες.

«Πολλά πράγματα ψωνίσατε σήμερα!» (είμαι σίγουρος ότι κάθε φορά που με βλέπει καταγράφει πόσες σακούλες έχω και κάνει τη σύγκριση)

Δεν του απαντάω γιατί δεν έχω καμιά όρεξη να συνεχίσω την κουβέντα μαζί του, ενώ κατευθύνομαι προς την είσοδο της πολυκατοικίας. Και τότε πετάει την ατάκα:

«Τι να τα κάνεις τόσα πράγματα; Μόνος σου μένεις έτσι κι αλλιώς!»

Τον έστειλα στο διάολο από μέσα μου και συνέχισα προς το διαμέρισμά μου.

Φυσικά η ιστορία με τα ψώνια συνεχίστηκε διότι την επόμενη ημέρα κατέφθασε μια ξαδέλφη με το σύζυγό και το αγοράκι τους από Ιταλία, φιλοξενούμενοί μου για μερικές μέρες στην Αθήνα, ενδιάμεση στάση πριν τον τελικό τους προορισμό που συνήθως είναι κάποιο νησί του Αιγαίου.

Το απόγευμα της Δευτέρας κι ενώ μπαίναμε στην πολυκατοικία άκουσα τη φωνή του από πάνω μου.

«Καλώς τα δεχτήκατε, κύριε Turi

Ψέλλισα ένα «ευχαριστώ» και πριν προλάβω να κάνω δυο βήματα συμπλήρωσε:

«Γι αυτό τόσα ψώνια! Είπα κι εγώ!»

Που να σου πει ο παπάς στ’ αυτί κι ο διάκος στο κεφάλι, είπα από μέσα μου και συνέχισα προς το διαμέρισμά μου με τους φιλοξενούμενούς μου.

Όμως ο κος Κουτσομπόλης δεν το βάζει ποτέ κάτω και συνεχίζει το ευγενές του σπορ με εξαιρετικό ζήλο.

Δυο μέρες μετά με πετυχαίνει το βραδάκι στην είσοδο της πολυκατοικίας την ώρα που κατέβαινε να πετάξει τα σκουπίδια του:

«Καλησπέρα!» μου λέει και βλέπω το μάτι του αγριεμένο από την περιέργεια.

«Καλησπέρα» του λέω κοφτά και κάνω να μπω.

«Είστε καλά;» με ρωτάει με προσποιητό ενδιαφέρον

«Καλά, ευχαριστώ» του απαντώ.

«Οι συγγενείς σας καλά!»

«Μια χαρά!»

«Θα μείνουν μέρες;»

«Όσο τους κάνει κέφι!» του απαντώ

«Ξέρετε, θέλω να σας πω κάτι.»

«Τι;»

«Να, αυτές τις μέρες σας ακούω… πολύ φασαρία κάνουν!»

«Δεν θα το έλεγα! Ίσα-ίσα που είναι πολύ διακριτικοί»

«Πολυλογάδες είναι!»

«Τι κρίμα που δεν ξέρετε ιταλικά για να καταλαβαίνετε τι λέμε!» του είπα και πέρασα μέσα αφήνοντάς τον σύξυλο με τη σακούλα των σκουπιδιών στο ένα χέρι.

Εχθές το βράδυ όμως ο κος Κουτσομπόλης έδωσε ρέστα.

Οι συγγενείς μου έχουν ήδη φύγει για Νάξο, ο Στέφανος έχει έρθει στο σπίτι έχουμε φάει, έχουμε χαζέψει στην τηλεόραση και γύρω στα μεσάνυχτα καθόμαστε στο μπαλκόνι και συζητάμε, αναζητώντας λίγη δροσιά.

Να πω εδώ ότι είμαι ιδιαίτερα ευνοημένος όσον αφορά την τοποθεσία στην οποία ζω, αφού εκτός από τον κήπο που περιβάλλει την πολυκατοικία, απέναντι βρίσκεται ένα αρκετά μεγάλο παρκάκι με πολλά δέντρα ενώ το διπλανό τετράγωνο καλύπτεται από τον περίβολο μιας εκκλησίας που είναι γεμάτο πεύκα (όχι, ακόμη δεν τα έχουν κάψει κι αυτά!) Τα πρωινά και τα απογεύματα στο παρκάκι καταφεύγουν παιδάκια με τους γονείς και τις γιαγιάδες τους, ενώ τα βράδια αρκετές φορές τα παγκάκια του φιλοξενούν νεαρά ζευγαράκια τα οποία λόγω της εγγύτητας των γύρω πολυκατοικιών και των πολλών φωτιστικών το πολύ-πολύ να ανταλλάξουν κανένα φιλί.

Κι ενώ λοιπόν συζητάμε χαμηλόφωνα στο μπαλκόνι του διαμερίσματός μου, με τα φώτα σβηστά γιατί τα κουνούπια είναι διψασμένα για αίμα, γυρίζει ο Στέφανος και μου λέει:

«Πάμε μέσα;»

«Νύσταξες;» τον ρωτώ.

«Όχι, αλλά…» μου λέει και με κοιτάει πονηρά.

«Αλλά…τι;» επιμένω εγώ.

«Μου ‘λειψες» μου λέει και γυρνάει και με φιλάει τρυφερά.

Κι ενώ απολαμβάνουμε κι οι δυο το φιλί, ακούγεται δυνατά φωνή κυρίου (Κουτσομπόλη), από κάτω αυτή τη φορά.

«Εδώ βρήκατε να κάνετε σέξ;»

Ωχ μας πιάσανε σκέφτομαι έντρομος, ενώ συγχρόνως προσπαθώ να καταλάβω πως στο καλό μας πήρε είδηση!

«Άντε τραβάτε στα σπίτια σας!» ξανακούστηκε η φωνή του κου Κουτσομπόλη ο οποίος συνέχισε ακάθεκτος: «Στο παρκάκι βρήκατε να βγάλετε τα μάτια σας;»

Η καρδιά μου πήγε στη θέση της, ενώ συγχρόνως έστρεψα τη ματιά μου απέναντι στο παρκάκι όπου ένα ζευγαράκι καθόταν αγκαλιασμένο σε ένα παγκάκι και κοιτούσε αποσβολωμένο προς τη μεριά της πολυκατοικίας. Και τότε η κοπέλα πέταξε το εξής φοβερό:

«Φαίνεται πως έχεις πολύ καιρό να κάνεις σεξ και έχεις ξεχάσει πώς γίνεται!»

«Τα ‘θελες και τ’ άκουσες» είπε η γυναίκα του και συμπλήρωσε: «Άντε, έλα μέσα πια. Μέχρι τι ώρα θα κάθεσαι καρφωμένος σ’ αυτή την καρέκλα;!»

Κάτι μουρμούρισε ο κος Κουτσομπόλης και σε λίγο ακούστηκαν μπαλκονόπορτες να κλείνουν.

Το τι θα γινόταν αν αντιλαμβανόταν ότι ο Στέφανος κι εγώ φιλιόμασταν, δεν θέλω ούτε να το σκέφτομαι!




Δευτέρα, 06 Ιουλίου 2009

Επιτέλους λίγη σοβαρότητα...

...

"Όμως, η πραγματική αιτία όλων των δεινών μας, της δυστυχίας μας, ξέρεις ποια είναι;

Η δημοκρατία, αγαπητέ μου, η δημοκρατία. Δηλαδή η κυβέρνηση της πλειοψηφίας.
Γιατί, όταν η εξουσία βρίσκεται στα χέρια του ενός, αυτός ο ένας γνωρίζει ότι είναι ένας και ότι πρέπει να ικανοποιήσει πολλούς.
Αλλά όταν κυβερνούν οι πολλοί το μόνο που σκέφτονται είναι να ικανοποιήσουν τον εαυτό τους.

Και σ’ αυτή την περίπτωση έχουμε να κάνουμε με το πιο κακόβουλο και απεχθές απολυταρχικό καθεστώς:

το απολυταρχικό καθεστώς που φοράει τη μάσκα της ελευθερίας."

...

Luigi Pirandello, Ο μακαρίτης Ματία Πασκάλ (1904)


Σημείωση: Η μετάφραση είναι δική μου, ελπίζω να είστε επιεικείς!


Κυριακή, 05 Ιουλίου 2009

Αν έχεις τύχη διάβαινε...

Επί ένα μήνα περίπου άκουγα το βουβό του παράπονο, κάθε μέρα συνεχώς και ασταμάτητα. Πλησίαζα κοντά του και με κοίταζε με τα μεγάλα του μάτια σαν να με παρακαλούσε, σχεδόν να με ικέτευε να δώσω λίγη σημασία στις εκκλήσεις του. Ήταν σαν να μου έλεγε: «εγώ, κάθε φορά που θα με χρειαστείς, είμαι εδώ για να ικανοποιήσω τις απαιτήσεις σου, να υποστώ τις ταλαιπωρίες που μου επιβάλλεις καθημερινά κι εσύ αδιαφορείς γα μένα!»

Κι εγώ κάθε μέρα, γυρνώντας από τη δουλειά έλεγα ότι την επομένη, όσο κουρασμένος κι αν ήμουν, θα του αφιέρωνα λίγο από τον χρόνο μου, θα του έδειχνα την αγάπη και τη φροντίδα μου. Και κάθε φορά το ανέβαλλα ώσπου εχθές το πήρα απόφαση. Είχα την άνεση του χρόνου, βρισκόμουν στο εξοχικό - οπότε είχα και την άνεση του χώρου - δεν είχα καμιά δικαιολογία για να το αναβάλλω.


Όταν το είπα στο Στέφανο προσπάθησε να με αποτρέψει:

«Νομίζω ότι δεν είναι και τόσο καλή ιδέα!»

«Δεν παίρνει άλλο!»

«Στο λέω, θα το μετανιώσεις!»

«Μην ακούω ανοησίες!»

«Εγώ πάντως σε προειδοποίησα!»

«Θα το έχω υπόψη μου!»

«Θέλεις να σε βοηθήσω;»

«Εσύ να ασχοληθείς με κάτι άλλο!»

«Καλά! Θα καθίσω εδώ να σε βλέπω!»

«Κάνε ότι θέλεις»

Πήρα τα λιγοστά πράγματα που μου χρειάζονταν, έβγαλα τα ρούχα μου, έμεινα μόνο με το σορτσάκι μου και πήγα κοντά του.




Δυο ώρες μου πήρε μέχρι να πλύνω το αυτοκίνητο μου, μέσα και έξω. Επιτέλους φάνηκε το χρώμα του. Ο χώρος των επιβατών έλαμψε από καθαριότητα, έδειχνε πλέον καινούργιο. Μέχρι και τους αεραγωγούς καθάρισα με την ηλεκτρική σκούπα.

Λίγο αργότερα έβρεξε!


Η επόμενη φορά, το βλέπω, θα είναι σε ένα μήνα!

Υ.Γ. Κάποιος περαστικός φρόντισε να με βγάλει και φωτογραφία:



Κυριακή, 28 Ιουνίου 2009

Ιστορία από την καταραμένη στρατιωτική θητεία (VΙI)

Για λίγα δευτερόλεπτα παραμείναμε έτσι, αποδεχόμενος εγώ το φιλί του, προσφέροντας αυτός το πρώτο δείγμα του έρωτά του.

Γρήγορα αποτραβήχτηκα και παρόλο που προσπάθησε να με κρατήσει κολλημένο επάνω του, έγειρα στο πλάι.

«Συγνώμη, αλλά δεν μπορώ» του είπα.

Γύρισε και με κοίταξε λέγοντας μου: «Νόμιζα ότι το ήθελες κι εσύ!»

«Ναι… το ήθελα… το θέλω… αλλά τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά» του αντιγύρισα.

«Είναι η πρώτη σου φορά… με άνδρα… αυτό είναι;» ρώτησε διστακτικά.

«Όχι, όμως…» άφησα μισοτελειωμένη τη φράση μου.

«Κατάλαβα! Δεν σου αρέσω, ή μπορεί να μην είμαι το τύπος σου!»

Του χαμογέλασα, άπλωσα το χέρι μου και με την ανάστροφη τον χάιδεψα απαλά στο στήθος και την κοιλιά:

«Και μου αρέσεις, και ο τύπος μου είσαι, αλλά… πολλές φορές αυτά δεν είναι αρκετά …»

«Έχεις ήδη σχέση;» ρώτησε με αγωνία.

Χαμογέλασα και για λίγο έστρεψα το κεφάλι μου από την αντίθετη πλευρά από την οποία βρισκόταν ο Ανδρέας:

«Έχω; Είχα; Ούτε κι εγώ ξέρω!»

«Γι αυτό ήσουν έτσι προχθές όταν γύρισες από το τηλέφωνο! Τα χαλάσατε!» είπε συνειδητοποιώντας ότι η τελευταία μου φράση ήταν αυτή που χρειαζόταν για να βγάλει ένα ασφαλές συμπέρασμα.

Κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά και περίμενα να με ρωτήσει λεπτομέρειες, όμως δεν είπε τίποτε για το θέμα, ξεστόμισε ένα «Συγνώμη που σε πίεσα, δεν ήξερα» και γύρισε από την άλλη.

Ήξερα κατά βάθος ότι αυτό ήταν που ήθελε, αλλά δεν τολμούσε να το ζητήσει - άλλωστε κι εγώ το ίδιο θα ήθελα αν ήμουν στη θέση του – γι αυτό άρχισα να του αφηγούμαι τη σύντομη ιστορία μου με τον Γιάννη και φυσικά ότι μου αποκάλυψε το τηλεφώνημα που είχα κάνει δυο μέρες πριν.

«Όμως τον αγαπάς ακόμα;» ρώτησε έχοντας ακόμη γυρισμένη την πλάτη του.

«Δεν ξέρω τι να πω! Είναι στιγμές που σκέφτομαι αυτό το λίγο που έζησα μαζί του και νοιώθω να τον αγαπώ, άλλες πάλι τον μισώ τόσο που θα ήθελα να τον σπάσω στο ξύλο. Όταν τον φέρνω στη σκέψη μου, πονάω και όταν πάλι δεν είναι, τον αποζητώ. Δεν ξέρω τι να πω. Ξέρω πως μέσα μου έχει τελειώσει ο Γιάννης, όμως καμιά φορά, αναρωτιέμαι αν έχει πραγματικά τελειώσει.»

Περίμενα να κάνει κάποιο σχόλιο, να πει κάτι ο,τιδήποτε, ακόμη και άσχετο, όμως παρέμεινε σιωπηλός.

«Δεν λες τίποτα;» τον ρώτησα μετά από αρκετά λεπτά σιωπής.

«Τι να πω! Χρειάζεται να πω κάτι; Εσύ ξέρεις για μένα, εγώ ξέρω για σένα, εγώ σου έδειξα αυτό που αισθάνομαι για σένα, εσύ…δεν ξέρω τι αισθάνεσαι για μένα, ξέρω όμως ότι υπάρχει κάποιος άλλος που σε απασχολεί…»

Έπεσε και πάλι σιωπή, ο καθένας σκεφτόταν τα δικά του.

«Γύρισε να σε βλέπω, σε παρακαλώ!» του είπα.

Υπάκουσε και έστρεψε προς το μέρος μου.

«Τι περιμένεις από εμένα;» τον ρώτησα.

«Αν μπορείς, να με αγαπήσεις όπως εγώ!»

«Σε αγαπάω, χαίρομαι που είσαι φίλος μου, που είμαστε μαζί…!»

«Όπως εγώ, σου είπα!» δήλωσε με ύφος που δεν άφηνε περιθώρια για διφορούμενα.

«Και πώς το εννοείς εσύ αυτό το ‘‘όπως εγώ’’; Όχι τίποτα, αλλά να ξέρω!» του είπα χαμογελώντας.

«Δεν μπορώ να σου πω. Όχι ότι είναι μυστικό, απλά δεν ξέρω πώς να το περιγράψω για να το καταλάβεις.»


Εκείνη τη στιγμή πήρα την απόφαση ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να αντιστέκομαι στον έρωτα του Ανδρέα, μου άρεσε, ήταν καλό παιδί κι αν δεν υπήρχε στη μέση ο Γιάννης δεν θα το σκεφτόμουν καθόλου, ειδικά όταν μου πρόσφερε την αγάπη του έτσι απλόχερα. Ο Γιάννης, παρόλο που τον αγάπησα κι ένοιωθα ότι κι αυτός με αγαπούσε, δεν ήταν ειλικρινής μαζί μου. Κι όταν δεν είσαι ειλικρινής από την πρώτη στιγμή με αυτόν που έχεις απέναντί σου, ουσιαστικά δεν υπάρχουν γερά θεμέλια για μια υγιή σχέση, φιλική ή ερωτική δεν έχει σημασία.


«Μπορείς όμως… να μου δείξεις!» είπα και τον πλησίασα, πέρασα το ένα πόδι και το ένα χέρι μου από πάνω του και τον έκλεισα μέσα στην αγκαλιά μου…


Ο έρωτας με τον Ανδρέα ήταν μια αποκάλυψη για μένα. Με τον Μανόλη, ήμουν μικρότερος και άπειρος, υπήρχε και κάποιος φόβος, τόσο από την πλευρά μου όσο κι από τη δική του. Το κυριότερο όμως ήταν ότι δεν πρόλαβα να τον γνωρίσω πραγματικά, αφού η ιστορία μου μαζί του κράτησε μόνο λίγες μέρες. Με τον Γιάννη ήξερα πραγματικά τι ήθελα, μπορώ να πω ότι κατάφερα να τον γνωρίσω αφού επί δυο μήνες ήμασταν συνεχώς μαζί, όμως το μυστικό του κι ο τρόπος που μου αποκαλύφθηκε με απογοήτευσε. Ο Ανδρέας όμως σιγά – σιγά με κέρδισε. Η χειρονομία του στις αρχές της γνωριμίας μας, η υπομονή που έδειχνε μαζί μου, η διακριτικότητά και ειλικρίνειά του και τέλος ο ενστικτώδης τρόπος με τον οποίο μου έδειξε αυτό που αισθανόταν για μένα, έκαμψαν τις άμυνές μου.

Λένε ότι ο χαρακτήρας ενός ανθρώπου αποκαλύπτεται στην πραγματικότητα στο κρεβάτι, την ώρα που κάνει έρωτα. Ο Ανδρέας ήξερε να μεταδίδει την τρυφερότητά του σε κάθε εκατοστό του σώματός μου και να φτάνει στα κέντρα της σκέψης μου. Με άγγιζε και μούδιαζε όλο το κορμί μου, μου μιλούσε και παρέλυε η σκέψη μου.

Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες για εκείνη τη βραδιά, θα πω μόνο ότι δεν κοιμηθήκαμε καθόλου κι ότι την επόμενη μέρα επιστρέψαμε στην κουραστική ρουτίνα του πλοίου με ένα απίστευτο απόθεμα δυνάμεων.


Οι ημέρες που ακολούθησαν ήταν εξαντλητικές, ο χρόνος που έπρεπε να είναι έτοιμο το πλοίο πλησίαζε και η ‘‘σοφή’’ διοίκηση βρήκε σαν λύση την προώθηση των εργασιών μέχρι τις εννέα το βράδυ. Κυκλοφορούσαμε σαν ράκη, αδύναμοι να αντιδράσουμε στις κενές φιλοδοξίες των αξιωματικών, ώσπου δυο απανωτά επεισόδια με θύματα ισάριθμους ναύτες χαλάρωσαν κατά κάποιο τρόπο το πρόγραμμά μας. Τελικά αποφασίστηκε να μας δώσουν και διανυκτερεύσεις, κάτι που, τουλάχιστον σε μένα και τον Ανδρέα, έδωσε απίστευτη δύναμη για να μην καταρρεύσουμε ψυχολογικά (το ότι, όσο βρισκόμασταν στα πλοίο δεν κάναμε τίποτα μεταξύ μας, είναι αυτονόητο). Μάλιστα δυο ολόκληρα Σαββατοκύριακα έτυχε να έχουμε έξοδο, ένα εκ των οποίων το περάσαμε στο Ρέθυμνο φιλοξενούμενοι ενός φίλου του πατέρα μου. Και παρόλο που ο Ανδρέας ήθελε να το περάσουμε μόνοι μας, συγκατένευσε και ήρθε μαζί μου.

Οι μέρες περνούσαν, το πλοίο τελικά ενεργοποιήθηκε κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή και αρχίσαμε να παίρνουμε ‘‘τα μπαλάκια’’ όπως λέγαμε με καταιγιστικό ρυθμό. Αποστολές σε διάφορα μέρη της χώρας, μεταφορές στρατού και στρατιωτικού υλικού, ασκήσεις, ώσπου κάποια στιγμή κι αυτά άρχισαν να περιορίζονται και να βρισκόμαστε στο Ναύσταθμο της Σαλαμίνας πλέον, μόνιμα δεμένοι.

Εμένα, που ήμουν πτυχιούχος και γνώριζα γραφομηχανή (μη γελάς, σε βλέπω!) με τοποθέτησαν στο Γ/Κ (Γραφείο Κυβερνήτου, κάτι σαν το Α2 του στρατού ξηράς) και έκτοτε σταμάτησαν οι σκοπιές και οι διάφορες αγγαρείες. Στον Ανδρέα έμαθα με ταχύρυθμα μαθήματα τον χειρισμό γραφομηχανής και τον τοποθέτησαν στο οπλονομείο, οπότε σταμάτησαν και γι αυτόν οι καθημερινές ταλαιπωρίες (εκείνη την εποχή το να γνωρίζεις χειρισμό γραφομηχανής θεωρούταν εξαιρετικό προσόν για να εξασφαλίσεις μια καλή θέση σε γραφείο και να απαλλαγείς αυτομάτως από τις διάφορες καθημερινές ταλαιπωρίες). Εν τω μεταξύ είχε μπει και καινούργια σειρά στο πλοίο οπότε γρήγορα γίναμε ‘‘παλιοί’’ ναύτες και χαλαρώσαμε αρκετά.

Με τον Ανδρέα ήμασταν στην ίδια τοιχαρχία γεγονός που σήμαινε ότι είχαμε τις ίδιες μέρες εξόδου, άρα βλεπόμασταν κι εκτός πλοίου (και εντός Autobianchi!)

Τον Γιάννη τον είχα βγάλει εντελώς από τη σκέψη μου – σ’ αυτό είχε συμβάλλει στο μεγαλύτερο βαθμό ο Ανδρέας – όταν έκανε ξαφνικά την εμφάνισή του.


Ήταν Αύγουστος, ανήμερα της γιορτής μου κι εγώ βρισκόμουν με άδεια στο σπίτι μου. Είχα λάβει κι εγώ δεν ξέρω πόσα τηλεφωνήματα για ευχές και νωρίς το βράδυ άλλο ένα:

«Δέχεσαι ευχές σήμερα;» ακούστηκε από την άλλη μεριά της γραμμής.

«Δέχομαι, αλλά ποιος είναι;» ρώτησα με απορία γιατί η φωνή δεν μου θύμιζε τίποτα.

«Δεν με θυμάσαι;» ρώτησε η ‘‘άγνωστη’’ φωνή.

«Με συγχωρείς, αλλά όχι!» απάντησα, προσπαθώντας ωστόσο να ανακαλέσω στην μνήμη μου το χρώμα της φωνής και να το συνδυάσω με κάποιο γνωστό μου πρόσωπο.

«Τόσο γρήγορα με ξέχασες;» είπε με παράπονο και συνέχισε: «Ο Γιάννης είμαι!»

Δεν μπορώ να περιγράψω το πόσο περίεργα αισθάνθηκα εκείνη τη στιγμή, πόσα αντικρουόμενα και αμφιρρεπή συναισθήματα και σκέψεις πέρασαν από την καρδιά και τη σκέψη μου. Είχα μείνει με το ακουστικό του τηλεφώνου στο χέρι χωρίς να μπορώ να αρθρώσω μια λέξη.

«Εμπρός…; Μ’ ακούς….;» ακούστηκε από την άλλη μεριά.

«Ναι… σ’ ακούω!» απάντησα

«Χρόνια σου πολλά!»

«Ευχαριστώ!»

«Είσαι καλά;»

«Ναι! Μια χαρά!»

«Κι εγώ μια χαρά είμαι…, αν σε ενδιαφέρεις να μάθεις.»

«Χαίρομαι!»

«Φαντάστηκα ότι θα είχες άδεια την ημέρα της γιορτής σου, γι αυτό και πήρα τηλέφωνο… δεν ήξερα πώς αλλιώς να σε βρω!»

«Καλά το φαντάστηκες!»

«Η μητέρα μου μού είπε ότι είχες πάρει τηλέφωνο το Πάσχα κι ότι βρισκόσουν στην Κρήτη!»

«Ναι, όντως!»

«Ακόμη εκεί είσαι;»

«Όχι, πλέον είμαι στη Σαλαμίνα!»

«Γιατί μιλάς έτσι;»

«Πώς δηλαδή;»

«Απότομα και μονολεκτικά!»

Ήθελα να καταλάβει ότι δεν είχε πλέον κανένα νόημα η συζήτηση μαζί του, ότι όλα είχαν τελειώσει μεταξύ μας, όμως δεν ήθελα να του το πω ευθέως. Δεν με ένοιαζε τι θα σκεφτόταν για μένα, ούτε ήθελα να του πω ότι ήξερα αυτό που μου είχε αποκρύψει κι αυτός ήταν ο λόγος που μιλούσα με αυτό τον τρόπο.

«Δεν νομίζω!» του απάντησα.

«Νομίζω όμως εγώ!»

«Κακώς το νομίζεις!»

«Καλά, δεν επιμένω! Κοίτα, επειδή περιμένουν κι άλλοι στην ουρά για να τηλεφωνήσουν, την επόμενη εβδομάδα θα είμαι με άδεια στην Αθήνα…, θέλω να σε δω!»

Ήθελα να του απαντήσω ότι μάταια το ήθελε κάτι τέτοιο, ωστόσο ήθελα να δω μέχρι που θα το τραβούσε, οπότε συναίνεσα σε μια επικείμενη συνάντηση, απάντησα στις ερωτήσεις του για το πρόγραμμα των εξόδων μου και έκλεισα την επικοινωνία.

Όταν την επόμενη ημέρα συναντήθηκα με τον Ανδρέα, χωρίς δεύτερη σκέψη του μίλησα για το τηλεφώνημα του Γιάννη και για το τι ειπώθηκε μεταξύ μας.

«Θα τον συναντήσεις;» είπε με ύφος ανθρώπου που υποφέρει γι αυτό που ακούει, ωστόσο το αποδέχεται από αγάπη και μόνο.

«Ναι, αλλά μην ανησυχείς», του είπα και του έδωσα ένα φιλί (μόνοι μας ήμασταν κι εκτός πλοίου), «δεν θα είμαι μόνος μου, θα είσαι κι εσύ μαζί. Θα έρθεις, εντάξει;»

Με κοίταξε περίεργα, του εξήγησα όμως τους λόγους που τον ήθελα μαζί μου, οπότε δέχτηκε.


Και έφτασε η μέρα που ο Γιάννης με πήρε τηλέφωνο.

«Καλησπέρα!»

«Καλησπέρα!»

«Τι κάνεις;» με ρώτησε.

«Καλά εσύ;»

«Μια χαρά. Είμαι Αθήνα. Θα σε δω;»

«Πότε θέλεις να συναντηθούμε;» τον ρώτησα.

«Σε μια ώρα!»

«Ξέρεις… έχω κανονίσει κάτι άλλο, γι απόψε!» απάντησα διστάζοντας την τελευταία στιγμή.

«Γιατί μου το κάνεις αυτό;» είπε με παράπονο, «Δεν αντέχω άλλο, θέλω να σε δω!»

Για άλλη μια φορά δίστασα γι αυτό που πήγαινα να κάνω, ωστόσο το είχα πάρει απόφαση και δεν ήθελα να κάνω πίσω.

«Καλά τότε!» συναίνεσα στην απαίτησή του.

«Σε μια ώρα… στο γνωστό σημείο…θυμάσαι;» μου είπε

Του είπα ψέματα πως δεν θα είχα το αυτοκίνητο για εκείνη την ημέρα και του έδωσα ραντεβού σε ένα καφέ στο κέντρο. «Για μετά βλέπουμε…» συμπλήρωσα σιβυλλικά.

Όταν έκλεισα την επικοινωνία μου με τον Γιάννη, πήρα τηλέφωνο τον Ανδρέα και του ζήτησα να με συναντήσει στο ίδιο σημείο και την ίδια ώρα που είχα κανονίσει με τον Γιάννη, όπως είχαμε συμφωνήσει.


Έφτασα ακριβώς στην ώρα του ραντεβού και είδα τον Γιάννη να με περιμένει ήδη, κοιτώντας δεξιά κι αριστερά για να με εντοπίσει.

Μόλις με είδε να πλησιάζω, ήρθε προς το μέρος μου, με αγκάλιασε και με φίλησε (φιλικά στο μάγουλο).

«Μια χαρά είσαι!» μου είπε χαρούμενος.

«Κι εσύ το ίδιο!» του απάντησα χαμογελώντας.

Πλησιάσαμε σε ένα τραπεζάκι που ήταν άδειο και κάπως απόμερο και καθίσαμε, ενώ εγώ έψαχνα με το βλέμμα μου να εντοπίσω τον Ανδρέα, ο οποίος μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε κάνει την εμφάνισή του.

«Ψάχνεις κάτι;» με ρώτησε με απορία.

«Ναι! Ένα φίλο!» του είπα

«Μα…» ψέλλισε, αμήχανα, «…νόμιζα ότι θα ήμασταν οι δυο μας…»

«Δεν γινόταν να μην έρθει! Είχα ήδη κανονίσει μαζί του και θα ήταν μεγάλη αγένεια να το ακυρώσω. Άλλωστε μην ανησυχείς, ξέρει για μας!»

Στο άκουσμα των τελευταίων μου λέξεων μόνο που δεν έπαθε εγκεφαλικό. Σκοτείνιασε το βλέμμα του και με κοιτούσε σαν χαζός.

«Λοιπόν θα παραγγείλουμε ή να περιμένουμε τον Ανδρέα;» ρώτησα χαμογελώντας.

«Ανδρέα τον λένε;» με ρώτησε με ένα κόμπο στη φωνή του.

«Ναι! Θα τον γνωρίσεις σε λίγο… είναι πολύ καλό παιδί. Νομίζω ότι θα τον συμπαθήσεις! Α… νάτος, έρχεται!» είπα και κούνησα το χέρι μου για να με δει.

Ο Ανδρέας πλησίασε, χαιρέτησε και κάθισε δίπλα μου, έχοντας απέναντί του τον Γιάννη ο οποίος μετά από ένα τυπικό «χάρηκα» δεν είχε όρεξη για πολλά λόγια.

Παραγγείλαμε και αρχίσαμε να μιλάμε.

«Ξέρεις, με τον Ανδρέα υπηρετούμε στο ίδιο πλοίο. Είναι πολύ καλό παιδί» είπα απευθυνόμενος στο Γιάννη και μετά γυρνώντας προς τον Ανδρέα, «για τον Γιάννη δεν χρειάζεται να σου πω… τα ξέρεις όλα.»

Ο Γιάννης κουβέντα.

«Λοιπόν; Για πες μου τα νέα σου! Πώς τα περνάς; Είναι καλά εκεί που είσαι;»

Μας είπε πώς ήταν τα πράγματα στη μονάδα του, ότι σε γενικές γραμμές ήταν καλά κι ότι περίμενε να πάρει μετάθεση, αφού ο πατέρας του είχε γερό δόντι και θα τον έφερνε σε λίγο καιρό στην Αθήνα. Ρώτησε με τη σειρά του πώς ήταν τα πράγματα στο πλοίο, του απάντησε ο Ανδρέας και τότε ήρθε η στιγμή:

«Η οικογένειά σου; Όλοι καλά;» ρώτησα με ενδιαφέρον.

«Ναι, μια χαρά!»

«Φαντάζομαι τη χαρά της μητέρας σου που βρίσκεσαι εδώ!»

«Ναι! Της είχα λείψει!» απάντησε.

«Και της Άννας, φαντάζομαι!» και τον κοίταξα κατευθείαν μέσα στα μάτια, σε εκείνα τα μάτια που τα είχα ξεχωρίσει και αγαπήσει από την πρώτη στιγμή που τα είδα.

Στο άκουσμα του ονόματος κοκκίνισε, μικρές σταγόνες ιδρώτα άρχισαν να σχηματίζονται στο μέτωπό του και οι κόμποι των χεριών του άσπρισαν από το σφίξιμο στα χέρια της καρέκλας που καθόταν.

«…πού ξέρεις για την Άννα;» κατάφερε να πει μετά από λίγη ώρα τραυλίζοντας.

«Κάποια στιγμή όλα μαθαίνονται!» του απάντησα ήρεμα και περίμενα να ακούσω πως θα συνέχιζε, ενώ έπιασα τον Ανδρέα να τον κοιτάει με συμπόνια.

«Κοίτα… δεν είναι αυτό που νομίζεις…» μου απάντησε, έχοντας στραμμένο το βλέμμα προς τα κάτω.

«Οι περισσότεροι σε αυτές τις περιπτώσεις, έτσι απαντάνε!» του αντιγύρισα.

«Άφησε με να σου εξηγήσω!» είπε διστακτικά.

«Τι να μου εξηγήσεις; Νομίζω ότι τα πράγματα είναι ξεκάθαρα!»

«Άφησέ τον να μιλήσει!» παρενέβη ο Ανδρέας, ακουμπώντας το χέρι του στον ώμο μου.

Ήταν η σειρά μου να κατεβάσω τα μάτια από ντροπή: «Συγνώμη!» είπα αναγνωρίζοντας το λάθος μου (γι αυτό τον είχα αγαπήσει τον Ανδρέα!)

«Την Άννα την γνώρισα πριν γνωρίσω εσένα… την αγαπώ… δηλαδή δεν ξέρω, δεν μπορώ να πω με ακρίβεια…νομίζω πως εσένα σε αγαπώ περισσότερο… δεν ξέρω, γαμώτο τι μου συμβαίνει… είμαι πολύ μπερδεμένος… δεν θέλω να σε χάσω…» είπε με δυσκολία.

Ο Ανδρέας αναδεύτηκε στην καρέκλα του από αμηχανία. Εγώ κοιτούσα τον Γιάννη και σκεφτόμουν πόσο λάθος το είχα χειριστεί το όλο θέμα, αφού θα μπορούσα να του είχα πει απλά ότι όλα είχαν τελειώσει μεταξύ μας, ο Γιάννης ήταν ζήτημα χρόνου να ξεσπάσει σε κλάματα και κάποιοι από τα γύρω τραπεζάκια μας κοιτούσαν περίεργα

Σηκώθηκα από την καρέκλα μου απότομα και είπα και στους άλλους δυο να σηκωθούν. Με κοίταξαν με απορία καθώς άφηνα ένα χαρτονόμισμα για τους καφέδες που δεν είχαμε προλάβει να πιούμε και τους έκανα νόημα να προχωρήσουν.

«Πού πάμε;» ρώτησε ο Ανδρέας ενώ ο Γιάννης με κοιτούσε σαν χαμένος.

«Πάμε κάπου να συζητήσουμε πιο άνετα. Έχω αφήσει εδώ κοντά το αυτοκίνητο.» είπα και έδειξα προς το μέρος που μας περίμενε το Autobianchi.

Κατευθυνθήκαμε προς τα νότια, σταματήσαμε σε μια παραλία όπου εκείνη την ώρα δεν υπήρχε ψυχή και καθισμένοι πάνω στην άμμο, μετά από ολιγόλεπτη σιγή ο Γιάννης ξέσπασε σε κλάματα. Ο Ανδρέας δεν μίλαγε, όμως καταλάβαινα ότι δεν αισθανόταν άνετα. Λίγο δύσκολα στην αρχή, ξεθαρρεύοντας στην πορεία, ο Γιάννης κατάφερε να ομολογήσει ότι τον έλκυαν ερωτικά τόσο οι γυναίκες όσο και οι άνδρες, ότι την Άννα την αγαπούσε, ότι ήθελε όμως να είμαστε και μαζί. Ότι σχεδίαζε να την παντρευτεί, ότι ήθελε να κάνει οικογένεια, όμως με ήθελε και μένα στη ζωή του.

Αγκάλιασα τον Ανδρέα που με αυτά που άκουγε, καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα και είπα στο Γιάννη:

«Ξέρεις με τον Ανδρέα είμαστε πλέον μαζί κι αυτό είναι οριστικό! Τον αγαπώ και νομίζω ότι με αγαπά κι αυτός. Σε αγάπησα κι εσένα, όμως δεν ήσουν εντάξει μαζί μου, όπως φαντάζομαι ότι δεν είσαι εντάξει ούτε με την Άννα. Δεν νομίζω ότι μπορεί να υπάρξει άνθρωπος που να αποδεχτεί τα θέλω σου, εγώ πάντως δεν μπορώ!»


Με τον Γιάννη αποχωριστήκαμε με ένα «Καλή τύχη» και έκτοτε δεν ξανασυναντηθήκαμε ποτέ. Με τον Ανδρέα ήμασταν μαζί καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας μας και για αρκετό χρόνο μετά το απολυτήριο και των δυο μας. Ο ένας στήριξε τον άλλο τόσο στις εύκολες όσο και στις δύσκολες μέρες που ακολούθησαν. Ποτέ δεν ανταλλάξαμε άσχημη κουβέντα, ποτέ δεν πίκρανε ο ένας τον άλλον. Χωρίσαμε γιατί το θελήσαμε κι οι δυο μας, ίσως γιατί αυτό που μας ένωνε δεν ήταν ο μεγάλος έρωτας αλλά η αγάπη και η ανάγκη δυο ανθρώπων να αντιμετωπίσουν την ασχήμια και τη φρίκη που τους περιέβαλε σε κάποια φάση της ζωής τους.

Με τον Ανδρέα είμαστε πλέον φίλοι και συναντιόμαστε τακτικά. Λίγο πριν γνωρίσω τον Μάρκο (για τον οποίο σας έχω μιλήσει παλαιότερα) κάναμε μια προσπάθεια για να ξαναβρεθούμε μαζί ερωτικά. Δυστυχώς ή ευτυχώς δεν πέτυχε.


Ίσως γιατί πλέον και οι δυο βλέπουμε ο ένας τον άλλο σαν αδελφό!

Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2009

Ιστορία από την καταραμένη στρατιωτική θητεία (VΙ)

Έστρεψα τη ματιά μου προς την πόρτα και μέσα από τους ατμούς που είχαν πλημμυρίσει το μπάνιο είδα το κεφάλι του Ανδρέα να ξεπροβάλλει.

«Με συγχωρείς που μπήκα έτσι! Είσαι καλά;» με ρώτησε με ενδιαφέρον.

«Ναι, γιατί;» ρώτησα κι εγώ με τη σειρά μου.

«Γιατί σου φώναζα και δεν απαντούσες!» μου είπε.

«Φαίνεται ότι είχα χαλαρώσει αρκετά! Τι τρέχει;» ρώτησα με απορία.

«Μέχρι να τελειώσεις, θα κατέβω για λίγο κάτω να τηλεφωνήσω στους δικούς μου. Θα πάρω και το κλειδί για να μη σε ενοχλήσω! Εντάξει;»

«Εντάξει!»

«Με την ησυχία σου!» πρόσθεσε και έκλεισε την πόρτα πίσω του.

Βυθίστηκα για άλλη μια φορά στις σκέψεις μου. Τι είχε συμβεί τους τελευταίους τέσσερις μήνες της ζωής μου, πού ήμουν και πού βρέθηκα, τη γνωριμία μου με το Γιάννη, πόσο μακριά ήταν ο ένας από τον άλλο, πότε και αν θα κατάφερνα να τον ξαναδώ, αν ήταν καλά ή υπέφερε όπως κι εγώ!

Δεν ξέρω πόση ώρα είχε περάσει από τη στιγμή που είχα μπει στη μπανιέρα, όμως το νερό είχε αρχίσει να κρυώνει κι εγώ να μουλιάζω. Όταν βγήκα από το μπάνιο, ο Ανδρέας είχε ήδη επιστρέψει και χάζευε κάτι στην τηλεόραση, περιμένοντας στωικά.

Μπήκε με τη σειρά του στο μπάνιο, ξάπλωσα στο κρεβάτι και σχεδόν αμέσως αποκοιμήθηκα.

Ξύπνησα μερικές ώρες αργότερα και τον είδα να κοιμάται στο διπλανό κρεβάτι. Κοίταξα το ρολόι μου και είδα ότι πλησίαζε δυο η ώρα. Πετάχτηκα όρθιος, ντύθηκα, άφησα ένα σημείωμα στον Ανδρέα για να μην ανησυχήσει σε περίπτωση που ξυπνούσε και βγήκα αθόρυβα για να πάω κι εγώ να τηλεφωνήσω στους δικούς μου.


Πόσες φορές δεν έτυχε την τελευταία στιγμή ν’ αλλάξουμε γνώμη για κάτι που είχαμε αποφασίσει να κάνουμε; Και πόσες φορές αγνοώντας τα σημάδια ή το ένστικτό μας, μετανιώσαμε που δεν τ’ ακούσαμε;

Είχα μιλήσει με τους δικούς μου στο τηλέφωνο, τους είχα διαβεβαιώσει ότι ήμουν καλά, ρώτησα νέα για συγγενείς και φίλους (ελπίζοντας ότι μπορεί να είχε τηλεφωνήσει ο Γιάννης), στο τέλος αντάλλαξα ευχές για Καλό Πάσχα και έκλεισα το τηλέφωνο.

Ήμουν έτοιμος να τηλεφωνήσω στο σπίτι του Γιάννη, όπως το είχα αποφασίσει από την αρχή. Έλπιζα ότι θα είχε πάρει άδεια και θα βρισκόταν με τους δικούς του, ωστόσο ακόμη κι αν δεν είχε συμβεί αυτό, τουλάχιστον θα μάθαινα νέα του. Την τελευταία στιγμή όμως κι ενώ ετοιμαζόμουν να σχηματίσω το νούμερο, ακούμπησα το ακουστικό πάνω στη συσκευή. Για κλάσματα του δευτερολέπτου ένοιωσα ένα μούδιασμα στα χέρια, σαν κάτι να με εμπόδιζε να συνεχίσω. Πέρασε από το μυαλό μου ότι ίσως να μην ήταν καλή ιδέα, ότι μπορεί και να μην μάθαινα τίποτα, ότι αφού κι αυτός δεν είχε τηλεφωνήσει στο σπίτι μου για να μάθει νέα μου, ίσως κι εγώ να μην έπρεπε να κάνω το ίδιο.

Πλήρωσα το τηλεφώνημα που είχα κάνει, πήρα από μια σοκολάτα για μένα και τον Ανδρέα και απομακρύνθηκα από το περίπτερο. Δεν είχα κάνει παρά λίγα βήματα όταν έκανα μεταβολή και πλησίασα πάλι στη συσκευή του τηλεφώνου με αποφασιστικότητα.


Απάντησε η μητέρα του. Της εξήγησα ποιος ήμουν, με ρώτησε αν ήμουν καλά, πού βρισκόμουν, πώς τα περνούσα και με τη σειρά μου ρώτησα για τον Γιάννη.

«Δυστυχώς δεν κατάφερε να πάρει άδεια!» μου είπε στεναχωρημένη.

«Πώς τα περνάει; Είναι καλά;» ρώτησα με ενδιαφέρον.

«Λέει πως είναι καλά, αν και τον έχουν τρελάνει στις αγγαρείες και στις σκοπιές!» μου απάντησε και αμέσως συμπλήρωσε. «Εγώ όμως κάθε φορά τον ακούω στεναχωρημένο.»

«Όταν του λείπουν αυτοί που αγαπάει… λογικό είναι!» είπα για να την παρηγορήσω και να παρηγορήσω και τον εαυτό μου.

«Γι αυτό και σκεφτήκαμε, επειδή δεν μπορούσαμε να πάμε εμείς, να πάει η Καίτη με την Άννα. Πριν λίγο έφυγαν. Να κάνουν Πάσχα μαζί.» απάντησε από την άλλη μεριά της γραμμής, απογοητευμένη που δεν θα μπορούσε να βρίσκεται κι εκείνη μαζί του.

«Η Καίτη με την Άννα;» ρώτησα με απορία.

«Ναι, η αδελφή του με την αρραβωνιαστικιά του! Δεν σου έχει μιλήσει ποτέ;»

Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα τι σήμαινε η έκφραση «ένοιωσα τη γη να χάνεται κάτω από τα πόδια μου». Δεν ήξερα τι να πω! Στο άκουσμα της λέξης «αρραβωνιαστικιά» τα έχασα, ένοιωσα να πνίγομαι, η φωνή μου δεν έβγαινε, όλος ο κόσμος γύρναγε γύρω μου.

«Δεν μου είχε πει ότι ήταν αρραβωνιασμένος!» είπα σχεδόν τραυλίζοντας.

«Εντάξει, δεν είναι αρραβωνιασμένοι, θα ‘λεγα καλύτερα λογοδοσμένοι. Αλλά μετά το απολυτήριο σκέφτονται να παντρευτούν!» μου είπε, με τη φωνή της να ακούγεται χαρούμενη αυτή τη φορά!

Ψέλλισα ένα «Η ώρα η καλή!» που μου φάνηκε το πιο γελοίο πράγμα που ξεστόμισα μέχρι εκείνη τη στιγμή, της ευχήθηκα Καλό Πάσχα, της είπα να διαβιβάσει τις ευχές μου στο Γιάννη όταν θα μιλούσε μαζί του και έκλεισα βιαστικά το τηλέφωνο γιατί ήμουν έτοιμος να καταρρεύσω.

Στ’ αυτιά μου ηχούσαν συνεχώς οι φράσεις της μητέρας του “με την αρραβωνιαστικιά του”, “ετοιμάζονται να παντρευτούν”, “δεν σου έχει μιλήσει ποτέ;” μπερδεμένες με τα “σ’ αγαπώ!” του, τα “θέλω να σε φιλήσω!”, τα “θέλω να σε πάρω στην αγκαλιά μου!” και δεν ήξερα τι να πιστέψω.



Επέστρεψα στο ξενοδοχείο, χωρίς να καταλάβω πώς. Μπήκα μέσα και βρήκα τον Ανδρέα ξαπλωμένο ακόμα στο κρεβάτι αλλά ξύπνιο να παρακολουθεί τηλεόραση.

«Τι έχεις;» με ρώτησε μόλις με είδε.

«Τίποτα!» του είπα ψέματα.

«Έγινε κάτι;» ρώτησε με ενδιαφέρον.

«Όχι!» του απάντησα και πρόσεξα ότι το πρόσωπό του πήρε μια έκφραση απορίας.

Δεν συνέχισε, ίσως γιατί θυμήθηκε ότι πριν από λίγο καιρό του είχα πει πως ήμουν κυκλοθυμικός και ότι συχνά κλείνομαι στον εαυτό μου.

Έβγαλα τη σοκολάτα από την τσέπη μου και του την έδωσα, χωρίς να του πω τίποτα!

«Ευχαριστώ!» μου απάντησε συγκρατημένα και με παρακολουθούσε καθώς έπεφτα στο κρεβάτι μου λες και δεν είχα καθόλου ζωή μέσα μου.

Υποκρινόμαστε απέναντι σε αυτούς που έχουμε γύρω μας, υποκινούμενοι από την ιδιοτέλεια και τον εγωισμό για να πετύχουμε το στόχο μας, χωρίς να σκεφτούμε τα αρνητικά και συχνά ολέθρια αποτελέσματα αυτής μας της πράξης. Το περίεργο ωστόσο είναι ότι υπάρχουν φορές που τα ελατήρια της υποκρισίας μας είναι τα ακριβώς αντίθετα από τα παραπάνω και τα αποτελέσματα κάθε άλλο παρά ολέθρια μπορούν να χαρακτηριστούν.

Ο Ανδρέας δεν μου έφταιγε σε τίποτα, τον είχα παρασύρει να έρθει μαζί μου για να περάσει μερικές ώρες μακριά από εκείνη την κόλαση στην οποία ζούσαμε όλοι μας τους τελευταίους δυο περίπου μήνες και θα ήταν άδικο να του χαλάσω αυτές τις λίγες στιγμές.

«Λοιπόν; Εδώ θα τη βγάλουμε;» ρώτησα λες και δεν έτρεχε τίποτα!

«Είσαι καλά;» είπε απορημένος με την αλλαγή της στάσης μου.

«Άντε! Πάμε να κάνουμε μια βόλτα και να φάμε. Πείνασα!» είπα επιτακτικά και πετάχτηκα όρθιος.

Σηκώθηκε κι ο ίδιος έχοντας τα λίγο χαμένα κι ετοιμάστηκε σε λίγα λεπτά.


Κάναμε μια μικρή βόλτα στην παλιά πόλη των Χανίων, σταματήσαμε σε ένα εστιατόριο να φάμε και συνεχίσαμε τη βόλτα μας.

«Να σε ρωτήσω κάτι;» μου είπε διστακτικά κάποια στιγμή.

«Σ’ ακούω!» του απάντησα μαντεύοντας ποια θα ήταν η ερώτησή του.

«Όταν επέστρεψες από το τηλεφώνημα, φαινόσουν χάλια. Μετά από λίγο ήσουν μια χαρά. Νομίζω ότι είναι λίγο τρελό όλο αυτό!»

«Με έριξε λίγο το τηλεφώνημα. Χρονιάρες μέρες θα ‘θελα να ήμουν με τους δικούς μου κι όχι ανάμεσα σε αγνώστους μακριά τους. Στην πορεία το σκέφτηκα καλύτερα. Αν δεν μπορείς να το αποφύγεις, απόλαυσέ το! Έτσι δεν λένε;»

«Για άλλη περίπτωση το λένε αυτό, αλλά ταιριάζει και σ’ αυτήν!» είπε γελώντας.


Περάσαμε έξω από ένα καφενείο. Μέσα ορισμένοι μεσήλικες έπιναν τσικουδιές και χόρευαν κρητικούς χορούς. Μερικοί βρακοφόροι, μεγαλύτεροι στην ηλικία από τους υπόλοιπους, τραγουδούσαν μαντινάδες εισπράττοντας τις επευφημίες των υπολοίπων. Σταθήκαμε για λίγο και χαζέψαμε το θέαμα που για πρώτη φορά βλέπαμε ζωντανά κι οι δυο μας. Και τότε ένας παππούς μας έκανε νόημα να μπούμε μέσα. Καθίσαμε σε ένα τραπεζάκι κάπως απόμερα και σε λίγα λεπτά δυο ποτήρια τσικουδιά και ένα μπολ με φιστίκια βρισκόταν μπροστά μας.

Το αποτέλεσμα ήταν να φύγουμε μετά από μια περίπου ώρα, σε κατάσταση ελαφράς μέθης κι εγώ να έχω βγάλει προσωρινά από τη σκέψη μου το Γιάννη κι όσα είχα ακούσει από τη μητέρα του.

Φτάσαμε στο ξενοδοχείο με τα χίλια ζόρια και πέσαμε για ύπνο για να ξυπνήσουμε λίγο πριν την Ανάσταση. Ντυθήκαμε βιαστικά και κατευθυνθήκαμε γρήγορα σε μια κοντινή εκκλησία.


Την επόμενη μέρα, Κυριακή του Πάσχα, όσοι δεν είχαμε έξοδο τη γιορτάσαμε στο Ναύσταθμο της Κρήτης. Χωρίς να συμβεί τίποτα το ιδιαίτερο περάσαμε τη μέρα μας ήσυχα, απολαμβάνοντας τις λίγες στιγμές ηρεμίας που μας προσφέρονταν λόγω των Άγιων ημερών. Κι εγώ προσπαθώντας, όσο αυτό ήταν εφικτό, να απομονωθώ από το υπόλοιπο πλήρωμα, βυθίστηκα για άλλη μια φορά στις σκέψεις μου. Ο Ανδρέας δε με αναζήτησε όλη μέρα, παρά μόνο την ώρα του φαγητού. Το απόγευμα όμως με βρήκε μόνο μου στο επίστεγο (πρύμνη) και ήρθε και κάθισε δίπλα μου.

«Θέλεις παρέα;» ρώτησε διστακτικά.

«Γιατί όχι;» του απάντησα χαμογελώντας.

«Γιατί όλη μέρα είσαι σιωπηλός και αποφεύγεις τους πάντες!» μου είπε.

«Κάθισε!» του είπα δείχνοντας την μπίντα (δέστρα) δίπλα μου.

Κάθισε και έπεσε για λίγο σιωπή.

«Για πες;» ρώτησε.

«…» ανασήκωσα του ώμους σαν να δήλωνα ότι δεν είχα τίποτα να πω.

«Καλύτερα να σε αφήσω στην ησυχία σου!» απάντησε στη σιωπή μου και έκανε να σηκωθεί.

«Όχι, μη φεύγεις. Κάθισε!» και αμέσως συμπλήρωσα «Νόμιζα ότι εσύ είχες κάτι να μου πεις!»

«Δεν ήθελα να σου πω κάτι! Απλά σε είδα να κάθεσαι μόνος σου και είπα μήπως ήθελες λίγη παρέα.»

«Καλά έκανες!»

Έπεσε πάλι σιωπή.

«Τι έχεις;» με ρώτησε αμήχανα μετά από λίγο.

«Τίποτα!»

«Πώς τίποτα! Εχθές κάποια στιγμή ήσουν χάλια, μετά που βγήκαμε φαινόσουν μια χαρά, αλλά κάτι σαν να σε απασχολούσε. Σήμερα όλη μέρα είναι ζήτημα αν έχεις ανταλλάξει δυο κουβέντες με κάποιον, εκτός από ευχές. Και είσαι συνεχώς μόνος σου!»

«Με έριξε λίγο που είμαι μακριά από τους δικούς μου!»

«Δεν είσαι ο μόνος εδώ μέσα! Όμως κοίταξε και τους άλλους, δεν κάνουν έτσι!»

Γύρισα και τον κοίταξα και μετά κατέβασα το βλέμμα μου προς τα κάτω.

«Μπορεί να έχεις δίκιο!» του είπα.

«Δεν θέλεις να μιλήσεις γι αυτό;» με ρώτησε με ενδιαφέρον.

«Καλύτερα όχι!»

«Δεν με εμπιστεύεσαι;»

«Δεν είναι αυτό… είναι που για κάποια πράγματα μιλάς δύσκολα στους άλλους!»

Δεν επέμεινε περισσότερο.

«Τι θα κάνεις αύριο;» συνέχισε με το ίδιο μοτίβο των ερωτήσεων.

«Σκοπεύω να εκμεταλλευτώ την τελευταία ευκαιρία που μου δίνεται να ξεφύγω για λίγο από εδώ μέσα!»

«Θα διανυκτερεύσεις;»

«Φυσικά! Θα έρθεις κι εσύ!»

«Ξέρεις… δεν νομίζω ότι είναι σωστό!»

«Ας μην επαναλαμβανόμαστε! Τα είπαμε και χθες αυτά! Εκτός κι αν δε θέλεις!»

«Δεν είναι αυτό! Αλλά μήπως θέλεις πραγματικά να μείνεις μόνος σου και σου φορτώνομαι κι εγώ;»

Κατέβασα για άλλη μια φορά το βλέμμα προς τα κάτω. Είχε δίκιο! Έλεγε πολύ κομψά ότι του χάλασα τη μέρα με τη στάση μου.

«Μην είσαι χαζός! Αύριο που θα είμαστε ξεκούραστοι θα το ρίξουμε έξω! Εντάξει;»

«Εντάξει!» απάντησε, αλλά τον έβλεπα πολύ επιφυλακτικό.

Μείναμε για λίγο στο επίστεγο μέχρι που άρχισε να σβήνει η μέρα. Ακριβώς από κάτω μας βρισκόταν η τραπεζαρία του πλοίου όπου είχαν μαζευτεί οι περισσότεροι από το πλήρωμα και γλεντούσαν.

«Πάμε κι εμείς κάτω!» του είπα και εκείνη τη στιγμή πήρα την απόφαση ότι δεν άξιζε πλέον να απασχολεί τη σκέψη μου ο Γιάννης. Στο κάτω – κάτω δεν ήταν η πρώτη φορά. Είχα μάθει πια! Άλλωστε κι εγώ είχα φερθεί ανάλογα σε κάποια φάση της ζωής μου. Βέβαια δεν είχα ούτε υποκριθεί ούτε υποσχεθεί ποτέ σε κανέναν τίποτα. Με πόνεσε αυτό που έμαθα και κυρίως ο τρόπος που το έμαθα, όμως καλύτερα που το έμαθα νωρίς. Αργότερα μπορεί να ήταν χειρότερα τα πράγματα…


Στις δέκα η ώρα το πρωί της Δευτέρας του Πάσχα βγαίναμε παρέα με τον Ανδρέα από την πύλη του Ναυστάθμου Κρήτης. Μας έμενε μια ολόκληρη ημέρα για να ξεφύγουμε από τον καθημερινό μας εφιάλτη. Από την επόμενη - και ποιος ξέρει για πόσο - θα ζούσαμε ξανά την ίδια φρίκη.

Έκανε ο καθένας το μπάνιο του, φορέσαμε καθαρά ρούχα και βγήκαμε στην πόλη για μια βόλτα. Ο καιρός ευχάριστος, ο κόσμος στους δρόμους λιγοστός κι εμάς τα βήματά μας, μας έφεραν στο φάρο, στην μπούκα του παλιού λιμανιού. Καθίσαμε για λίγο εκεί, ανάψαμε από ένα τσιγάρο και χαζεύαμε αμίλητοι τη θάλασσα.

«Έχεις σκεφτεί πού έχουμε μπλέξει;» με ρώτησε σπάζοντας τη σιωπή.

«Τι εννοείς;» ρώτησα κι εγώ με τη σειρά μου.

«Όλα αυτά που ζούμε μοιάζουν με ένα άσχημο όνειρο!»

Χαμογέλασα γιατί εγώ το ζούσα διπλό αυτό το άσχημο όνειρο.

«Όπως το είπες!» του απάντησα. «Κάποια στιγμή όμως κι αυτά τελειώνουν!»

«Μακάρι να τελειώσει γρήγορα, γιατί δε βλέπω να αντέχω για πολύ» είπε με παράπονο.

«Δεν θέλω να ακούω ανοησίες!» αποκρίθηκα με αυστηρό τόνο και του έκανα νόημα να σηκωθεί για να συνεχίσουμε τον περίπατό μας.

Στη διαδρομή βρήκαμε μια μικρή ταβέρνα ανοιχτή, καθίσαμε να φάμε και δεδομένου ότι το ‘‘απαιτούσε η μέρα’’, όπως δήλωσε ο Ανδρέας, ήπιαμε και λίγο κρασί παραπάνω. Το κακό ήταν ότι, επειδή δεν πολυπίνω, το κρασί είχε αρχίσει να με ζαλίζει, το καλό ήταν ότι απομάκρυνε όλα τα αρνητικά που κλωθογύριζαν στη σκέψη μου.



Επιστρέψαμε στο ξενοδοχείο ελαφρώς ζαλισμένοι και πέσαμε κατευθείαν για ύπνο. Ξύπνησα όταν είχε αρχίσει πλέον να σβήνει η μέρα. Στράφηκα προς το μέρος του Ανδρέα και τον είδα γυρισμένο προς την πλευρά μου, με τα μάτια του ανοιχτά να με παρακολουθεί.

«Μάλλον παρακοιμήθηκα!» του είπα γελώντας και τον ρώτησα: «Είσαι ώρα ξύπνιος;»

«Αρκετή!» μου απάντησε.

«Και γιατί δεν με ξύπνησες;»

«Φαίνεται ότι το είχες ανάγκη!»

«Άντε, σήκω να πάμε για καφέ!» του είπα επιτακτικά, νομίζοντας ότι αυτό ήθελε.

«Για να πω την αλήθεια, βαριέμαι να σηκωθώ!» αποκρίθηκε και αναδεύτηκε κάτω από τα σκεπάσματα παίρνοντας την εμβρυακή στάση, σαν να ήθελε να χουχουλιάσει.

Σήκωσα το τηλέφωνο του δωματίου και ζήτησα να φέρουν δυο καφέδες στο δωμάτιό μας, μαζί με δυο κομμάτια καρυδόπιτα με σιρόπι σοκολάτας που είχα προσέξει κάποια στιγμή που πέρασα τυχαία από την τραπεζαρία του ξενοδοχείου.

Μόλις που είχα ακουμπήσει το ακουστικό στη συσκευή όταν τον άκουσα να λέει:

«Να σου εξομολογηθώ κάτι;»

«Εξομολογήσου, αν και δεν είμαι παπάς!»

«Με φροντίζεις λες και είμαι ο καλύτερος φίλος σου… σαν να είμαι αδελφός σου… κι όμως μόλις που με ξέρεις!»

«Κάποτε με φρόντισες εσύ κι ας μη με ήξερες καθόλου!»

«Γι αυτό το κάνεις; Για να βγάλεις την υποχρέωση;»

«Λες βλακείες» του απάντησα και του πέταξα το μαξιλάρι.

Και τότε άρχισε ένας μαξιλαροπόλεμος άνευ προηγουμένου που τον διέκοψε το χτύπημα της πόρτας. Είχαν έρθει οι καφέδες!

Ποιος ξέρει τι θα σκέφτηκε η κοπέλα που άκουγε όσο στεκόταν πίσω από την πόρτα τις φωνές μας και είδε πρώτα εμένα να της ανοίγω αναψοκοκκινισμένος φορώντας μόνο το παντελόνι μου και ύστερα τον Ανδρέα ξαπλωμένο στο κρεβάτι σκεπασμένο μέχρι το λαιμό κάτω από το σεντόνι. Όμως η σκέψη αυτή δεν πέρασε μόνο από το δικό μου μυαλό.

Αφού άφησε το δίσκο με τους καφέδες και βγήκε μου είπε προβληματισμένος ο Ανδρέας:

«Λες να της μπήκαν τίποτα περίεργες σκέψεις;»

«Σαν τι δηλαδή;»

«Να… ξέρω ‘γω… έτσι όπως μας βρήκε. Εσύ γυμνός από τη μέση και πάνω, εγώ κάτω από τα σκεπάσματα… φωνάζαμε κιόλας…»

«Χέστηκα για το τι θα σκεφτεί η κοπέλα!» απάντησα ορθά κοφτά και συνέχισα: «Λοιπόν θα σηκωθείς ή να σου φέρω εκεί τον καφέ σου;»

«Μην μπαίνεις στον κόπο!» είπε και έκανε να σηκωθεί.

«Καλά, καλά! Κάτσε εκεί που είσαι!» του είπα και αφού πλησίασα στο κομοδίνο του, έκανα πρώτα χώρο και μετά ακούμπησα τον καφέ και το γλυκό του.

«Ότι και να πω είναι λίγο! Σ’ ευχαριστώ!»

«Να φας το γλυκό σου και να μην πεις τίποτα!» του απάντησα.


«Είσαι λίγο περίεργος, το ξέρεις;» ξανάρχισε τις ερωτήσεις ενώ απολάμβανε το γλυκό του.

«Γιατί το λες αυτό;»

«Τη μια στιγμή είσαι απόμακρος και την άλλη σε νοιώθω κοντά μου… σαν φίλο. Κι άλλες φορές είσαι αυστηρός κι όμως έχω την αίσθηση ότι αυτό είναι… πώς να το πω… σαν μια μάσκα που τη φοράς για να μην αφήσεις τον άλλο να δει τι κρύβεται από κάτω.»

«Κάποιοι έχουν αυτό τον τρόπο για να αντιμετωπίσουν όσα τους συμβαίνουν.»

«Δεν είναι λίγο άδικο γι αυτούς που βρίσκονται γύρω τους;» συνέχισε να ρωτάει και με τρέλαινε γιατί όσα έλεγε ήταν σωστά κι εγώ δεν είχα κανένα επιχείρημα για να τον αντικρούσω.

«Μπορεί δεν ξέρω…» του απάντησα.

«Θα μου πεις τι σου συμβαίνει;»

«Τίποτα δε μου συμβαίνει! Απλά με έχει χαλάσει αυτή η κωλοκατάσταση με το στρατό!»

«Μα εσύ δεν ήσουν έτσι πριν λίγο καιρό. Από προχθές όμως κάτι σε απασχολεί!» επέμεινε.

«Δε μου λες, είσαι ψυχολόγος;» ρώτησα αστειευόμενος.

«Μακάρι να ήμουν!» είπε αναστενάζοντας.

«Ποτέ δεν είναι αργά! Αν θέλεις και προσπαθήσεις μπορείς να τα καταφέρεις!» είπα προσπαθώντας να αλλάξω θέμα συζήτησης.

«Ίσως… όμως συγνώμη που συνεχίζω να επιμένω… σου συμβαίνει όντως κάτι;»

«Δεν θα ήθελα να μιλήσω γι αυτό… ίσως κάποια άλλη στιγμή!» είπα με ύφος που σήμαινε ότι δεν είχα όρεξη να συνεχιστεί αυτό.

«Συγνώμη!» είπε και άλλαξε αμέσως η έκφραση του προσώπου του, πιστεύοντας ότι υπερέβη τα εσκαμμένα.

«Τη μια θέλεις να μου εξομολογηθείς κάτι, την άλλη μου ζητάς συγνώμη. Σε λίγο θα αρχίσω να αισθάνομαι σαν παπάς» είπα και του πέταξα για άλλη μια φορά το μαξιλάρι μου.

Όμως αυτή τη φορά δεν το ανταπόδωσε. Πήρε το μαξιλάρι μου αγκαλιά και ακούμπησε το μέτωπό του επάνω του, σαν παιδί που συνειδητοποιούσε ότι είχε κάνει κάτι που δεν έπρεπε.

Δεν μπορούσα να τον βλέπω έτσι, στο κάτω – κάτω ήταν καλοπροαίρετος.

Σηκώθηκα από το κρεβάτι μου και πήγα στο δικό του.

«Έλα μην κάνεις έτσι!» του είπα προσπαθώντας να αποσπάσω το μαξιλάρι από την αγκαλιά του.

«Πάντα κάνω το ίδιο λάθος με τους ανθρώπους!» είπε και ήταν έτοιμος να βάλει τα κλάματα.

«Εγώ λέω ότι το κάνεις από ενδιαφέρον για τον άλλον.»

«Το πιστεύεις αυτό;» ρώτησε με αγωνία.

«Φυσικά!» είπα και του χαμογέλασα.


Για λίγο δεν μίλησε κανένας μας, ύστερα τον ρώτησα γελώντας: «Θα μου δώσεις τώρα το μαξιλάρι μου;»

«Έλα να το πάρεις!» μου είπε και πήδηξε από το κρεβάτι του όπου βρισκόμασταν και οι δυο στο δικό μου. Πήδηξα κι εγώ με τη σειρά μου και έπεσα επάνω του. Όμως πρόλαβε και γύρισε μπρούμυτα και πέρασε το μαξιλάρι από κάτω του. Αρχίσαμε να παλεύουμε για εκείνο το μαξιλάρι που ο Ανδρέας το κρατούσε με απίστευτη δύναμη κι εγώ προσπαθούσα να του το αποσπάσω πάση θυσία. Κάποια στιγμή κατάφερα να τον γυρίσω και να του το πάρω, όμως έπεσε αυτός με τη σειρά του επάνω μου προσπαθώντας να το πάρει πίσω.

Και πολύ γρήγορα αντιλήφθηκα ότι για τον Ανδρέα όλο αυτό είχε μετατραπεί σε ερωτικό παιχνίδι.

Διότι μπορεί κάποια πράγματα να τα κρύβουμε, όμως κάποια άλλα, ειδικά όταν φοράς μόνο το εσώρουχό σου και είσαι άνδρας, δεν μπορούν να κρυφτούν, αλλά διαγράφονται σε όλο τους το μεγαλείο.

Είχα βρεθεί από πάνω του με το κεφάλι μου να απέχει από το δικό του λίγα εκατοστά και είχε χαλαρώσει τις αντιστάσεις του, σαν να δήλωνε ότι υποχωρούσε κατά κράτος.

«Είσαι καλά;» τον ρώτησα ψιθυριστά.


Και τότε έφερε το ένα χέρι του πίσω από το κεφάλι μου, το τράβηξε προς το δικό του και κόλλησε τα χείλη του στα δικά μου...



Συνεχίζεται...

Τρίτη, 23 Ιουνίου 2009

Αδικαιολογήτως απών!

Είμαι σίγουρος πως αν οι επιδόσεις μου ως blogger βαθμολογούνταν με όρους σχολείου, εγώ θα είχα χάσει τη χρονιά όχι μόνο από απουσίες αλλά και λόγω αμέλειας. Διότι αφενός έκανα πολυήμερη κοπάνα και δεν μπορώ να την δικαιολογήσω, αφετέρου άφησα ημιτελή την ιστορία της προηγούμενης ανάρτησης, παρόλο που θα μπορούσα να την προχωρήσω έστω και λίγο.

Όμως πώς να δικαιολογήσεις εξαήμερο ταξίδι στο Παρίσι και μάλιστα με το amore σου;

Σίγουρα θα είχα ελαφρυντικά, αν είχα στρωθεί και γράψει τη συνέχεια του προηγούμενου post, όμως από τη μια με είχε ξεσηκώσει το επικείμενο ταξίδι, από την άλλη τις δυο μέρες που μεσολάβησαν μέχρι την αναχώρησή μου, επέστρεφα αργά από το γραφείο προκειμένου να μην αφήσω πίσω μου πολλές εκκρεμότητες (που τελικά άφησα!)

Δυστυχώς επέστρεψα εχθές το βράδυ (και λέω δυστυχώς, διότι το Παρίσι είναι η μια από τις δυο ευρωπαϊκές πρωτεύουσες – η άλλη είναι η Ρώμη – όπου θα ζούσα ευχαρίστως για όλη την υπόλοιπη ζωή μου), έτοιμος όμως να επανορθώσω.


Υπόσχομαι να ανεβάσω τη συνέχεια της ιστορίας πολύ γρήγορα (δεν λέω σε πόσο χρόνο για να μην εκτεθώ) και επί τη ευκαιρία να σας κάνω ένα μικρό δωράκι. Για να πω την αλήθεια, το δωράκι δεν είναι δική μου προσφορά, αλλά του Στέφανου, ο οποίος μου είπε ότι όόόόολως τυχαία (αυτό αν θέλω το πιστεύω) βρήκε ένα link και κατέβασε μια ευχάριστη και συμπαθητική ρομαντική κομεντί με τον τίτλο «Billys Holywood screen kiss» Αν δεν την έχετε δει κάντε κλικ εδώ για να την κατεβάσετε (το αρχείο είναι σε μορφή avi, κατεβαίνει πολύ γρήγορα, η γλώσσα του φιλμ είναι η αγγλική και υπάρχουν ισπανικοί υπότιτλοι).


Ελπίζω να με συγχωρέσετε και να σας αρέσει το δώρο μου (μας)!

Κυριακή, 14 Ιουνίου 2009

Ιστορία από την καταραμένη στρατιωτική θητεία (V)

Στο ταξίδι μου προς Κρήτη συνάντησα και μερικούς άλλους «τυχερούς» σαν κι εμένα, που πήγαιναν να βρουν τα πλοία στα οποία είχαν μετατεθεί. Έπιασα για λίγο κουβέντα μαζί τους για να περάσει η ώρα, όμως η σκέψη μου ήταν συνεχώς στο Γιάννη.

Δεν θα άντεχα να έχανα για άλλη μια φορά έναν άνθρωπο που είχε αρχίσει να σημαίνει κάτι για μένα. Η πρώτη ήταν επώδυνη, με σημάδεψε για πολύ καιρό, με έκλεισε στον εαυτό μου. Όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά τότε. Δεν πρόλαβα να τον ζήσω, δεν πρόλαβα να τον γνωρίσω πραγματικά. Ήταν αναπάντεχη η γνωριμία μου μαζί του, κράτησε λίγο κι αυτό το λίγο, παρόλο που ήταν δυνατό συνέβη μέσα σε ένα διαφορετικό πλαίσιο, σε μια διαφορετική συγκυρία της ζωής μου.

Με το Γιάννη τα πράγματα είχαν εξελιχθεί αλλιώς. Για δυο μήνες ήμασταν μαζί όλη μέρα, κατά κάποιο τρόπο τον είχα ζήσει, είχα ανακαλύψει τις κρυφές πτυχές του χαρακτήρα του κι αυτό ήταν που είχα αγαπήσει. Είχα βιώσει πράγματα μαζί του που δεν τα είχα βιώσει με κανέναν άλλο. Ήταν κάποιος που γνώρισα από το πουθενά κι όμως φρόντιζε για μένα χωρίς να περιμένει ανταλλάγματα. Κι εγώ από τη μεριά μου του έδινα κάθε φορά, όσα περισσότερα μπορούσα. Ένοιωθα την αγάπη του, όταν ξυπνούσα το πρωί και τον αντίκριζα απέναντί μου να με κοιτάει με το που άνοιγε τα μάτια του. Όταν μου έπιανε το χέρι στα κρυφά τα βράδια, εφ’όσον καταφέρναμε να βρεθούμε για λίγο καθισμένοι ο ένας δίπλα στον άλλον, κάπως απόμερα από τους άλλους κληρωτούς. Όταν μου ψιθύριζε «σ’αγαπώ» και περίμενε με αγωνία τη δική μου δήλωση αγάπης. Κι όταν αργότερα αυτή η καταπιεσμένη αγάπη, γινόταν χείμαρρος που ξεχείλιζε και παρέσυρε και τους δυο μας. Έρχονταν στη σκέψη μου οι στίχοι του Βάρναλη «ό,τι ποθώ με πότισες κι ως αγιασμό το πίνω» και συνειδητοποιούσα ότι δεν υπήρχε καλύτερη έκφραση αυτού που ένοιωθα για το Γιάννη.


Σχεδόν σε κάθε ιστορία, θρύλο ή παραμύθι υπάρχει ένα ταξίδι που άλλοτε οδηγεί τους πρωταγωνιστές στην κάθαρση, τη λύτρωση ή την «πραγμάτωσιν του έρωτος» όπως έλεγε ο Καβάφης, και άλλοτε στην καταστροφή, τον χαμό ή την οριστική απομάκρυνση από το αντικείμενο του πόθου ώστε στο τέλος αυτό να γίνεται μια ανάμνηση, άλλοτε γλυκιά κι άλλοτε επώδυνη.


Ό,τι αντίκρισαν τα μάτια μου, όταν παρουσιάστηκα στο πλοίο όπου με είχαν μεταθέσει, μόνο στη σφαίρα της νοσηρής φαντασίας μπορούσε να υφίσταται κι όμως ήταν μια πραγματικότητα. Από αυτό που θα αποκαλούσες αξιόπλοο και αξιόμαχο πλοίο του πολεμικού ναυτικού, υπήρχε μόνο ένα κουφάρι καθισμένο πάνω σε μια δεξαμενή. Παντού υπήρχαν σκουριές και βρωμιά, οι ναύτες εξαθλιωμένοι και κυριολεκτικά ρακένδυτοι, με τις στολές αγγαρείας σκισμένες, βρώμικες και γεμάτες μπογιές.

Ένας ναύτης με οδήγησε σιωπηλός μέχρι το οπλονομείο όπου παρέδωσα τα έγγραφά μου, με καλωσόρισαν, με οδήγησαν πρώτα στον ύπαρχο έπειτα στον κυβερνήτη του πλοίου και στη συνέχεια ο ναύτης του οπλονομείου με έκανε μια βόλτα στο πλοίο και με σύστησε στο υπόλοιπο πλήρωμα.

Ίσως να ήμουν πολύ τρομοκρατημένος με αυτά που είδαν τα μάτια μου εκείνες τις πρώτες στιγμές, μπορεί πάλι να ήταν όλοι τους τόσο εξαντλημένοι ώστε να μην είχαν το κουράγιο να ασχοληθούν μαζί μου, πάντως κανένας δεν μου έκανε κανένα καψώνι, κανένας δεν έκανε ούτε ένα σχόλιο, απλώς με κοίταζαν, με χαιρετούσαν και συνέχιζαν τις δουλειές τους.


Οι μέρες που ακολούθησαν ήταν από τις χειρότερες της ζωής μου. Ένας καθημερινός εφιάλτης, μια ατελείωτη φρίκη. Από το πρωί, αμέσως μετά την πρωινή επιθεώρηση και μέχρι την ώρα του μεσημεριανού φαγητού, δεν έκανα τίποτε άλλο από το να βάφω. Η στολή αγγαρείας σε μια εβδομάδα είχε γίνει αγνώριστη. Από τα τόσα χρώματα που είχαν πέσει επάνω της είχε μετατραπεί σε ένα είδος «αφηρημένης τέχνης πάνω σε ύφασμα τζιν», τα άρβυλά μου έμοιαζαν με την παλέτα ενός ζωγράφου, τα χέρια μου είχαν σκάσει από τα διάφορα διαλυτικά που χρησιμοποιούσα για να απομακρύνω τις μπογιές που είχαν πέσει επάνω τους, σιχαινόμουν τον ίδιο μου τον εαυτό γιατί στο πλοίο δεν λειτουργούσε καμιά υδραυλική εγκατάσταση και για να πλυθώ έπρεπε να κάνω μια διαδρομή απόστασης 500 μέτρων από τη δεξαμενή, ενώ υπήρξαν φορές που έπεφτα για ύπνο άπλυτος γιατί η εξάντλησή μου ήταν τόσο μεγάλη, το κρύο τόσο τρομερό και η βροχή ασταμάτητη που κανένας από εμάς δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι θα διένυε μια τέτοια απόσταση για να κάνει μπάνιο.

Άλλωστε μετά από λίγες ώρες, πάλι τα ίδια χάλια θα είχαμε.

Μετά το μεσημεριανό φαγητό, μεσολαβούσαν δυο ώρες ανάπαυσης και μετά συνεχίζαμε τις εργασίες μέχρι τις 8 το βράδυ. Και μετά ακολουθούσαν οι ώρες της σκοπιάς 8-12, 12-4 ή 4-8.

Και ξανά πάλι τα ίδια.


Ωστόσο υπήρχαν κάποιες στιγμές που φώτιζαν τη «μαυρίλα» μέσα στην οποία ζούσα.

Υπήρχε στο πλοίο ένας «γίγαντας» με το όνομα Θάνος. Ήταν παλιός ναύτης, μηχανικός στην ειδικότητα που του απέμεναν μερικοί μήνες για να πάρει το απολυτήριό του. Ψηλός γύρω στα δυο μέτρα, γεροδεμένος, με μια μπάσα και δυνατή φωνή, απέπνεε το σεβασμό και το φόβο σε όλους. Όταν τον πρωτοαντίκρισα ένοιωσα σαν ένα ποντίκι δίπλα σε ελέφαντα.

Όταν άνοιξε το στόμα του και είπε σχολιάζοντας με:

«Σαν όρθιο μακαρόνι είσαι! Δεν σε βλέπω να αντέχεις για πολύ!» είπα από μέσα μου, «αυτό είναι, εδώ θ’ αφήσω τα κόκαλά μου» και περίμενα να αρχίσει την καζούρα και τα καψώνια.

Όμως αυτός συνέχισε στρεφόμενος σε όλους όσοι βρίσκονταν τριγύρω μας:

«Όποιος τον πειράξει, θα έχει κάνει μαζί μου!» είπε δυνατά για να σιγουρευτεί ότι τον άκουσαν όλοι, άπλωσε τη χερούκλα του και την ακούμπησε πάνω στη πλάτη μου, κίνηση που έδειχνε ότι με έπαιρνε υπό την προστασία του, που όμως έκανε εμένα «το ποντίκι» να λυγίσω από το βάρος της.

Και λίγο αργότερα, την ώρα της διανομής του φαγητού, ήρθε δίπλα μου, είπε στο ναύτη που μας σερβίριζε να μου βάλει διπλή μερίδα και μετά κάθισε απέναντί μου στο τραπέζι και μου είπε με φωνή που δεν σήκωνε αντιρρήσεις:

«Θα το φας όλο, αλλιώς δε θα σηκωθείς από το τραπέζι!» Από την ημέρα εκείνη είχε γίνει η σκιά μου, με παρακολουθούσε και μου έκανε παρέα την ώρα που δούλευα (εκείνος δεν έκανε σχεδόν ποτέ τίποτα, αφού ήταν ήδη παλιός ναύτης και ετοιμαζόταν ν’ απολυθεί), και με τρέλαινε με τις συνεχείς ερωτήσεις και την πολυλογία του, ενίοτε κι όταν τραγουδούσε με την αγριοφωνάρα του το hit της εποχής «και θέέέέλω να ‘ρθω να σ’ αρπάάάάξω από την άλλη, να την ρωτήσω με τα μάτια δακρυσμέέέέένα, με ποιο δικαίωμα σε πήρε από μέέέένα και ποια θυσία, ποια θυσία έχει κάνει αυτή για σέέέέέένα» της Άντζελας Δημητρίου που ήταν το αγαπημένο του. Φυσικά δεν τολμούσα να του πω ότι δεν μου άρεσε ούτε η καλλιτέχνιδα ούτε το συγκεκριμένο τραγούδι! (αν δεν το ξέρετε κάντε κλικ εδώ για να το ανακαλύψετε!)


Ή πάλι δεν θα ξεχάσω μια αναπάντεχη χειρονομία που με ζέστανε κυριολεκτικά και μεταφορικά μια από τις πιο κρύες νύχτες της περιόδου εκείνης.

Τα υποφράγματα (οι χώροι ενδιαίτησης ενός πλοίου) του μόνιμου προσωπικού (όπως σας είπα σε προηγούμενη ανάρτησή μου, είχα μετατεθεί σε πλοίο του αποβατικού στόλου, ρόλος του οποίου ήταν η μεταφορά μεταξύ άλλων και στρατευμάτων, οπότε στο συγκεκριμένο πλοίο υπήρχαν χώροι για τη διαμονή των στρατιωτών που θα μεταφέραμε) ήταν ανενεργά λόγω επισκευής. Στο μόνιμο προσωπικό, δηλαδή στους ναύτες του πλοίου, είχαν παραχωρηθεί κάποια υποφράγματα που προορίζονταν για τα στρατεύματα, στους νέους όμως είχε παραχωρηθεί το χειρότερο υπόφραγμα. Αυτό βρισκόταν τρία επίπεδα κάτω από το κατάστρωμα, ήταν παγωμένο και από τους μπουλμέδες (το μεταλλικό χώρισμα εντός του πλοίου) έτρεχε η υγρασία.

Είχα πέσει για ύπνο αμέσως μετά την εφοδία του αξιωματικού φυλακής, εξαντλημένος από την κούραση της ημέρας και το τρομερό κρύο που έκανε. Φορούσα δυο πουλόβερ, τον επενδύτη μου, ήμουν κουκουλωμένος με δυο κουβέρτες και παρόλ’ αυτά έτρεμα από το κρύο και δεν μπορούσα να κλείσω μάτι.

Βλαστημούσα την τύχη μου που με έριξε σε εκείνο το σαπιοκάραβο (όπως μου είχαν πει είχε ναυπηγηθεί μερικά χρόνια μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, είχε πάρει μέρος στον πόλεμο της Κορέας, όμως θεωρούνταν από τα καλά πλοία του πολεμικού ναυτικού την εποχή εκείνη!) και που με πήρε μακριά από τον Γιάννη ο οποίος μου έλειπε, κάθε μέρα που περνούσε, όλο και περισσότερο, όταν άκουσα βήματα να κατεβαίνουν τη σκάλα που οδηγούσε στο υπόφραγμα όπου κοιμόμουν. Πλησίασαν προς το μέρος μου και άκουσα τη φωνή ενός ναύτη να ξυπνά αυτόν που κοιμόταν στην από πάνω από εμένα μπράντα (το κρεβάτι στα πλοία το οποίο δεν έχει στρώμα, αλλά είναι ένα μεταλλικό πλαίσιο στο οποίο είναι δεμένο με σχοινί ένα κομμάτι καραβόπανου το οποίο παίζει το ρόλο του στρώματος). Προφανώς είχε βάρδια 12-4, το χειρότερο νούμερο! Άκουσα τον από πάνω μου, να κατεβαίνει και να στέκεται για λίγο στο πλάι (δεν τον είδα γιατί δεν τολμούσα να βγάλω το κεφάλι μου από τα σκεπάσματα). Μετά άκουσα έναν ήχο σαν κάτι να ανακατεύεται και μετά ένοιωσα το βάρος από δυο κουβέρτες να πέφτει πάνω μου. Το πώς αισθάνθηκα εκείνη τη στιγμή δεν μπορώ να σας περιγράψω. Έβγαλα το κεφάλι από τα σκεπάσματα τον κοίταξα με ευγνωμοσύνη και ψέλλισα ένα:

«Ευχαριστώ!»

«Δανεικές είναι! Όταν θα επιστρέψω θα τις πάρω πίσω, γι αυτό προσπάθησε να κοιμηθείς όσο θα λείπω!»

«Ευχαριστώ και πάλι» του είπα καθώς απομακρυνόταν και λίγο αργότερα, έχοντας ζεσταθεί πλέον, με έπαιρνε ο ύπνος.

Φυσικά, όταν επέστρεψε τις πήρε, όμως εγώ είχα ήδη κοιμηθεί για 4 συνεχείς ώρες κι αυτό μου ήταν αρκετό.


Όταν το πρωί σήμανε έγερση και την απαρχή άλλης μιας βασανιστικής μέρας, τον πρόσεξα καλύτερα. Ήταν ένα συμπαθητικό παιδί, λίγο νεότερος από μένα με ένα παρουσιαστικό που απέπνεε φυσική ευγένεια και ενέπνεε εμπιστοσύνη. Τον ευχαρίστησα για άλλη μια φορά, ένοιωσα τύψεις που δεν του έδωσα τις δικές μου κουβέρτες για να κοιμηθεί στα ζεστά τις λίγες ώρες που απέμεναν μετά το τέλος της σκοπιάς του μέχρι την πρωινή έγερση και υποσχέθηκα στον εαυτό μου να το κάνω με την πρώτη ευκαιρία.

Στην πρωινή επιθεώρηση ήρθε και στάθηκε δίπλα μου, με ρώτησε το όνομά μου γιατί δεν το θυμόταν και μου είπε πως εκείνον τον έλεγαν Ανδρέα, σε περίπτωση που κι εγώ δεν θυμόμουν το δικό του.

Από την ημέρα εκείνη ο Ανδρέας, μαζί με το Θάνο, είχε γίνει ο άνθρωπος με τον οποίο περνούσα τις λιγοστές ελεύθερές μου ώρες μαζί του.

Την ίδια μέρα και κατά την ώρα της παύσης των εργασιών έπιασα την κουβέντα μαζί του.

Ήταν στην ίδια σειρά μ’ εμένα, είχε παρουσιαστεί δυο μέρες νωρίτερα και περάσει από προπαίδευση στο διπλανό κέντρο κατάταξης από αυτό που ήμουν εγώ. Είχε πάρει την ειδικότητα του Τεχνίτη Πυροβόλου και γι αυτό με το που γύρισε από την άδεια ορκωμοσίας, πήρε κατευθείαν φύλλο πορείας χωρίς να περάσει από εκπαίδευση. Είχε φτάσει έναν περίπου μήνα νωρίτερα στο πλοίο, μαζί με αρκετούς άλλους ναύτες της σειράς μας και είχε τραβήξει τα πάνδεινα μέχρι εκείνη τη στιγμή. Κι αυτό γιατί οι παλαιοί ναύτες ήταν λίγοι, είχαν αγανακτήσει με τις αγγαρείες που έκαναν και περίμεναν με ανυπομονησία του νέους για να τους φορτώσουν όλα όσα δεν ήθελαν και είχαν βαρεθεί να κάνουν αυτοί.

Σιγά – σιγά και με το πέρασμα των ημερών, άρχισα να αποκτώ μια οικειότητα μαζί του και να επιδιώκω τη συντροφιά του όπως κι αυτός τη δική μου. Υπήρξαν φορές που κάναμε μαζί κάποιες αγγαρείες και μοιραστήκαμε το ίδιο νούμερο στη σκοπιά.

Και μετά από μερικές μέρες άρχισα να συνειδητοποιώ ότι όσο ήμουν μαζί του, το μυαλό μου ξέφευγε από τον Γιάννη από τον οποίο δεν είχα νέα, ούτε υπήρχε τρόπος να επικοινωνήσω μαζί του. Κι αυτό άρχισε να με ανησυχεί και να μου δημιουργεί άγχος, γιατί ένοιωθα ότι με τον τρόπο αυτό, με το να μη τον θυμάμαι κάθε ώρα και στιγμή, τον πρόδιδα.

Προσπάθησα να περιορίσω τις επαφές μου με τον Ανδρέα, άρχισα να τον αποφεύγω διακριτικά ώσπου μια μέρα, σε μια σκοπιά που κάναμε μαζί κι εγώ είχα πάρει μια σκούπα για να καθαρίσω τον γύρω χώρο, ώστε να αποφύγω ηθελημένα τη συζήτηση μαζί του, μου πέταξε με πικρία:

«Ξέρω, έχω αρχίσει να γίνομαι φορτικός!»

κι εμένα μου ανέβηκε ένας κόμπος στο λαιμό που του είχα φερθεί με αυτόν τον τρόπο, ενώ δεν το άξιζε.

Παράτησα τη σκούπα (εκείνη τουλάχιστον την εποχή, περισσότερη οικειότητα είχαν οι ναύτες με τα πινέλα, τις σκούπες και τις σφουγγαρίστρες παρά με τα όπλα) και πήγα κοντά του. Τον χτύπησα φιλικά στην πλάτη και του είπα:

«Μη γίνεσαι άδικος με τον εαυτό σου! Μια χαρά παιδί είσαι. Μακάρι να ήταν όλοι εδώ μέσα σαν κι εσένα! Είναι που εγώ περνάω μια πολύ άσχημη φάση!»

«Έπρεπε να το καταλάβω και να σε αφήσω στην ησυχία σου!»

«Όχι, βέβαια! Μην το ξαναπείς αυτό! Φταίω εγώ που είμαι κυκλοθυμικός και κλείνομαι πολλές φορές στον εαυτό μου!» δικαιολογήθηκα, γιατί δεν μπορούσα να του πω την αλήθεια.


Από την ημέρα εκείνη δεν τον απέφυγα ξανά, φρόντιζα όμως, όσο αυτό ήταν εφικτό, να μην βρίσκομαι μόνος μαζί του, αλλά να βρίσκονται κι άλλοι τριγύρω. Κι αυτό γιατί καταλάβαινα ότι κάτι άρχιζα να νοιώθω για τον Ανδρέα κι αυτό με φόβιζε. Με φόβιζε που ο Γιάννης καθώς περνούσαν οι μέρες γινόταν σιγά-σιγά μια ανάμνηση, με φόβιζε που ένοιωθα όμορφα στην παρουσία του Ανδρέα, με φόβιζε που η ίδια η παρουσία του Ανδρέα εκτόπιζε ακόμη και την ανάμνηση του Γιάννη, με φόβιζε η σκέψη ότι κάτι αντίστοιχο θα μπορούσε να ζει κι ο Γιάννης και πολύ περισσότερο με φόβιζε ότι εγώ μπορεί να μην αποτελούσα καν μια ανάμνηση για τον ίδιο!


Οι μέρες περνούσαν, το καθημερινό πρόγραμμα στο πλοίο γινόταν ολοένα και πιο σκληρό, Σαββατοκύριακα δεν υπήρχαν για μας, ο χρόνος πίεζε γιατί οι εργασίες είχαν μείνει πίσω και το πλοίο θα έπρεπε να είναι έτοιμο για μια προγραμματισμένη αποστολή περί τα τέλη Μάη και μέσα σ’ όλα μας ανακοινώθηκε ότι το Πάσχα, που εν τω μεταξύ ήταν προ των πυλών, θα έπαιρναν άδεια μόνο όσοι είχαν υπόλοιπο και απολύονταν και μερικοί ακόμη παλαιοί ναύτες. Οι νεότεροι και φυσικά εμείς που ήμασταν οι πιο νέοι δεν έπρεπε ούτε να το σκεφτόμασταν. Έλπιζα ότι θα κατάφερνα να πάρω άδεια έστω και για δυο-τρεις μέρες, που ήξερα ότι ήταν πολύ λίγος χρόνος, αρκετός όμως για να βρεθώ για λίγο κοντά στους δικούς μου, ενώ παράλληλα έκανα όνειρα ότι θα έπαιρνε κι ο Γιάννης άδεια, οπότε θα μπορούσαμε να συναντηθούμε, ακόμη και για μερικές ώρες. Όμως ήταν όνειρα και τίποτε άλλο!

Είχε μπει η Μεγάλη Εβδομάδα κι εγώ ήμουν στα μαύρα μου τα χάλια. Είχα κλειστεί στον εαυτό μου για άλλη μια φορά και δε μιλούσα σε κανένα. Ο Ανδρέας το είχε καταλάβει και κρατούσε μια διακριτική στάση κάνοντας υπομονή! Τον έβλεπα και υπέφερα διπλά, όμως δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Ο Θάνος από την άλλη είχε αρχίσει την ανάκριση για να μάθει τι μου συνέβαινε. «Στο σπίτι σου όλοι καλά; Τρέχει κάτι με καμιά γκόμενα; Δεν αξίζει να στεναχωριέσαι για καμιά, εγώ στο λέω». Κι έπιανε το τραγούδι (για όλες τις περιπτώσεις είχε να πει ένα τραγούδι): «Θα ζήσω ελεύθερο πουλίίίίί κι όχι κορόιδο στο κλουβίίίί για μια μονάχα θηλυκιά να κελαδάωωωω. Θα χτίσω είκοσι φωλιέέέές κι άμα γουστάρω αγκαλιέέέέές από κανάρα σε κανάρα θα πετάωωωωω..!» (αν δεν το ξέρετε και θέλετε ντε και καλά να το μάθετε κάντε κλικ εδώ) και μου ερχόταν να του πω να το βουλώσει επιτέλους, αλλά δεν το τολμούσα για προφανείς λόγους!


Μεγάλη Πέμπτη άρχισαν να αποχωρούν οι πρώτοι από τους αδειούχους και Μεγάλη Παρασκευή οι τελευταίοι. Σε μας τους νεότερους μας ανακοίνωσαν ότι θα χωριζόμασταν πλέον σε τοιχαρχίες (το καθένα από τα δυο τμήματα στα οποία χωρίζεται το πλήρωμα ενός πλοίου για την εκ περιτροπής έξοδο και εκτέλεση των εργασιών). Οι μισοί θα είχαν αργία για όλη τη Μ. Παρασκευή κι αν ήθελαν μπορούσαν να λείψουν όλη την ημέρα και να επιστρέψουν το πρωί του Μ. Σαββάτου στις 10 η ώρα. Και το ίδιο θα γινόταν γι αυτούς την Κυριακή του Πάσχα. Οι άλλοι μισοί, ανάμεσα στους οποίους ήμουν κι εγώ με τον Ανδρέα, θα μπορούσαμε να κάνουμε το αντίστοιχο για το Μ. Σάββατο και τη Δευτέρα του Πάσχα.


Το Μ. Σάββατο στις δέκα η ώρα και χωρίς να το έχω αποφασίσει προηγουμένως, έβαλα τα πράγματά μου σε ένα ταξιδιωτικό σακίδιο με την προοπτική να μείνω, έστω και γι αυτές τις λίγες ώρες μακριά από εκείνη την κόλαση. Θα έμενα σε ένα ξενοδοχείο, θα έκανα ένα μπάνιο σαν άνθρωπος και θα περπατούσα για λίγο σαν ελεύθερος άνθρωπος στην πόλη των Χανίων, κι αν άντεχα μέχρι το βράδυ ίσως να πήγαινα και σε κάποια εκκλησία για τη λειτουργία της Αναστάσεως.

Χωρίς συγκεκριμένο προορισμό, χωρίς πρόγραμμα, αρκεί να βρισκόμουν για λίγο μακριά από εκεί μέσα.


Την ώρα που μάζευα τα πράγματά μου, άκουσα τη φωνή του Ανδρέα από πίσω μου:

«Θα μείνεις έξω σήμερα;»

«Ναι, δεν αντέχω άλλο. Ας νοιώσω έστω και για μια μέρα άνθρωπος!»

«Και που θα μείνεις;»

«Σε κάποιο ξενοδοχείο στα Χανιά. Ελπίζω να βρω ένα δωμάτιο! Εσύ τι θα κάνεις;» τον ρώτησα με τη σειρά μου.

«Εγώ θα ξαπλώσω λίγο για να κοιμηθώ, κατά το απογευματάκι λέω να κάνω μια βόλτα στα Χανιά και μετά θα επιστρέψω πάλι στο πλοίο!»

Τον κοίταξα με συμπάθεια και του είπα αυτό που ήθελε να πει αυτός και δεν τολμούσε να το ξεστομίσει:

«Αν θέλεις μπορούμε να κανονίσουμε να συναντηθούμε!»

«Αλήθεια;… ναι, γιατί όχι;» είπε με συγκρατημένο ενθουσιασμό.

Είχα ήδη ετοιμάσει τα πράγματά μου και μόλις που κρατιόμουν να μη φύγω τρέχοντας από κει μέσα και τότε του είπα αυθόρμητα, χωρίς να υπολογίσω τις συνέπειες:

«Γιατί δεν έρχεσαι μαζί μου; Θα επιστρέψουμε το πρωί. Άλλωστε έχουμε άδεια μέχρι τις 10 αύριο.»

Είδα τα μάτια του να λάμπουν για λίγο και μετά να κατεβαίνουν προς τα κάτω.

«Ξέρεις… έχω ξεμείνει από χρήματα! Μου έστειλαν οι δικοί μου, αλλά ο ύπαρχος δεν με άφησε να πάω στην τράπεζα, οπότε μέχρι την Τρίτη πρέπει να κάνω οικονομία, αλλιώς δεν θα έχω ούτε για τσιγάρα!»

Ακούμπησα το σακίδιο μου, που μέχρι εκείνη την ώρα κρεμόταν στον ώμο μου, κάτω, κάθισα στην μπράντα μου και του είπα:

«Ετοιμάσου! Ευτυχώς έχω αρκετά χρήματα, οπότε μπορώ να σου δανείσω, … εκτός κι αν δεν θέλεις!» είπα και του χαμογέλασα συγχρόνως.

«Θέλω… αλλά δεν είναι σωστό!» είπε ελαφρώς ταραγμένος.

«Βλακείες! Την επόμενη φορά μπορεί να ξεμείνω εγώ, οπότε θα έχω το θάρρος να σου ζητήσω δανεικά! Άλλωστε γι αυτό είναι οι φίλοι!» του είπα σχεδόν μαλώνοντάς τον.

«Με θεωρείς φίλο σου;» με ρώτησε και περίμενε με αγωνία την απάντησή μου.

«Φυσικά! Και τώρα ετοίμασε τα πράγματά σου γιατί δεν αντέχω ούτε λεπτό εδώ μέσα!»


Σε λίγα λεπτά ήταν έτοιμος και μετά από λίγο βγαίναμε από το Ναύσταθμο. Πήραμε ένα ταξί και ζητήσαμε από τον οδηγό να μας πάει σε κάποιο καλό ξενοδοχείο κοντά στην παλιά πόλη των Χανίων. Ευτυχώς ήμασταν τυχεροί. Στο ξενοδοχείο που μας πήγε υπήρχαν δωμάτια και το κυριότερο αυτά ήταν άνετα με ωραία θέα και το βασικότερο διέθεταν μπάνιο με μπανιέρα.

«Το μόνο που θέλω τώρα είναι να κάνω ένα καλό μπάνιο, να βγάλω από πάνω μου όλη τη βρώμα που κουβαλάω!» δήλωσα γελώντας του.

«Κι εγώ το ίδιο!» μου απάντησε ενώ καθόταν στην άκρη του κρεβατιού και έγερνε προς τα πίσω την πλάτη του κλείνοντας τα μάτια του.

Έμοιαζε με μικρό παιδί που εκείνη τη στιγμή ονειρευόταν κάτι ασήμαντο για τους μεγάλους αλλά πολύ σημαντικό για το ίδιο.


«Ωραία! Θέλεις να μπεις πρώτος;» τον ρώτησα.

«Μπες εσύ που είσαι και μεγαλύτερος!» μου απάντησε.

«Αυτό τώρα το είπες για να νοιώσω καλύτερα;» τον ρώτησα.

«Όχι!» απάντησε αμέσως και πετάχτηκε όρθιος. «Μη με παρεξηγείς… δεν υπονοούσα κάτι... Άλλωστε δυο χρόνια διαφοράς δεν είναι και σημαντικό…» είπε σχεδόν τραυλίζοντας.

«Έλα, πλάκα κάνω!» του είπα και του χαμογέλασα. «Λοιπόν θα μπεις πρώτος;» τον ξαναρώτησα

«Όχι μπες εσύ! Εγώ θα κάνω μετά!» μου είπε για άλλη μια φορά και έγειρε πάλι στο κρεβάτι.

«Σε προειδοποιώ ότι θα αργήσω! Μετά από τόσο καιρό, σκοπεύω να το απολαύσω!» του είπα.

«Δεν πειράζει! Θα περιμένω!» μου είπε.


Τακτοποίησα πρώτα τα ρούχα μου στην ντουλάπα, έβγαλα αυτά που φορούσα, μένοντας μόνο με τα εσώρουχα και μπήκα στο μπάνιο. Γέμισα την μπανιέρα με ζεστό νερό και αφρόλουτρο, βυθίστηκα μέσα και έκλεισα τα μάτια μου για να απολαύσω αυτή τη στοιχειώδη χαρά που μου είχε στερήσει όλο αυτό τον καιρό η μητέρα πατρίδα!

Με τα μάτια κλειστά σκεφτόμουν ότι πρέπει να στερηθούμε κάτι για να το εκτιμήσουμε πραγματικά, ότι μου είχαν λείψει οι δικοί μου, ότι θα έκανα για πρώτη φορά Πάσχα μακριά τους και κοντά σε ανθρώπους με τους οποίους με ένωναν πολύ λίγα πράγματα που όμως η τύχη τα είχε φέρει έτσι ώστε να μοιράζομαι το χρόνο μου μαζί τους. Η σκέψη μου πέταξε στο Γιάννη που σίγουρα βρισκόταν στην άλλη άκρη της Ελλάδας και ένοιωσα πόσο πολύ μου έλειπε η παρουσία του όλο αυτό το διάστημα.



Και τότε άκουσα την πόρτα του μπάνιου να ανοίγει!



Συνεχίζεται…